ΣΗΜΕΡΑ

το ιδεολόγημα της αναλλοίωτης νεότητας αναγορεύεται σε «υπέρτατο αγαθό». Ζούμε σε μια κουλτούρα νεότητας, η μέση ηλικία είναι σαν να μην υπάρχει

Παιδεραστία. Τα σκοτάδια της παθολογίας σε μια κοινωνία του θεάματος φωτίζονται με ιλαρά φώτα. Και ο περί ψυχής λόγος αναζητά μια θέα στο σκοτάδι.

Δεν γεννιέσαι παιδεραστής. Γίνεσαι. Και τα μονοπάτια τού γίνομαι είναι πολλά: σεξουαλική κακοποίηση των ιδίων στην παιδική τους ηλικία, ορμονικές διαταραχές, προδιαθεσικοί παράγοντες, δυσμενές περιβάλλον, αδυναμία άσκησης εξουσίας στον ενήλικο παρτενέρ, σεξουαλική ανεπάρκεια, τραύματα στην πρώιμη παιδική ηλικία- τα πάντα έχουν υποστηριχθεί. Τίποτα από μόνο του δεν εξαντλεί την πολυπλοκότητα του θέματος. Ο παιδεραστής εξακολουθεί να κρατά ένα δικό του μυστικό. Όλα αυτά συν κάτι άλλο;

Αξίζει εδώ να διαφοροποιήσουμε τον παιδεραστή από τον παιδόφιλο. Η παιδοφιλία μένει στο επίπεδο της φαντασίωσης της έλξης που ασκεί ένα μικρό παιδάκι στον ενήλικο. Μένει στην επιθυμία. Δεν οδηγείται στην πράξη. Όπως, π.χ., ο συγγραφέας της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων», ένας δάσκαλος που ασχολείται πολύ με τα μικρά κοριτσάκια, τα φωτογραφίζει, τους γράφει ιστορίες. Το πλαίσιο νοηματοδοτεί: η εικόνα γυμνών κορασίδων στη βικτωριανή εποχή του Λούις Κάρολ είχε μια πολιτισμικά αποδεκτή αισθητική αξία.

Στην Αφρική η ερωτική συνεύρεση με μικρά κοριτσάκια θεωρείται ότι θεραπεύει από το ΑΙDS. Η καταραμένη αρρώστια ως διά μαγείας χάνεται! Η υπέρβαση του θανάτου. Και η εμμονή για νεαρές των ενήλικων- υπερήλικων στη Δύση; Το να είσαι εξήντα π.χ. και να είσαι με μια εικοσάρα, την καταραμένη αρρώστια του γήρατος δεν πας- εις μάτην- να υπερβείς; Ο Ναμπόκοφ, ο δημιουργός της εμβληματικής Λολίτας, κάτι γνωρίζει για όλα αυτά.

Ο ψυχίατρος Θανάσης Αλεξανδρίδης, σε μια συνέντευξη που δώσαμε στον Σταύρο Θεοδωράκη στα «ΝΕΑ», έκανε μια σημαντική παρατήρηση. Μου θύμισε ότι ο ήρωας στη «Λολίτα» έχει χάσει παιδί τη μητέρα του και στη συνέχεια στην αρχή της εφηβείας πεθαίνει η αγαπημένη του. Η νεότητα δηλαδή που αναζητά ο παιδόφιλος, όπως και ο ηλικιωμένος, στοχεύει στην επιστροφή. Μια επιστροφή, θα έλεγα, σπαρμένη από απώλειες. «Μα, να με αγαπάει μόνο ήθελα, δεν της έκανα κακό... τη χάιδευα μόνο». Από πού αντλεί αυτό το άνομο δικαίωμα ο παιδεραστής; Μήπως από το ότι κάποτε υπήρξε και αυτός μικρό παιδί που αγάπησε μικρά παιδιά και ίσως δεν αγαπήθηκε ο ίδιος ως μικρό παιδί; Τις παλινωδίες της αγάπης του δεν μπόρεσε όμως να κρατήσει σε ένα επίπεδο φαντασίωσης, όπως κάνουμε οι περισσότεροι που, ενήλικοι πια, τις ζούμε σε φιλμ, σε έργα τέχνης, στα όνειρα. Σε όλους μας άλλωστε δεν υπάρχει ένα φαντασιωσικό ή πραγματικό έλλειμμα αγάπης, ό,τι και αν αυτό σημαίνει;

H ψυχιατρική φροντίζει να μας καθησυχάζει με τους ορισμούς της ορθώνοντας διαχωριστικά τείχη ανάμεσα στους μεν και τους δε. Έτσι, από την εποχή που o Βιεννέζος ψυχίατρος Richard von Κrafft-Εbing στο έργο του «Ρsychopathia Sexualis», το 1886, προέταξε τον όρο paidophilia erotica για να ορίσει την σεξουαλική προτίμηση ενηλίκων προς άτομα προεφηβικής ηλικίας, έως και την κατάταξη από την Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση, το 1968, της παιδοφιλίας στην κατηγορία των σοβαρών παραφιλικών ψυχικών διαταραχών (βλ. D.S.Μ.) ο παιδόφιλος αναγορεύεται σε μια κατ΄ εξοχήν παθολογική οντότητα. Ουδείς βέβαια θα μπορούσε να διανοηθεί στην αρχαία Ελλάδα, όπου η παιδεραστία είχε μια παιδευτική λειτουργία, να παθολογικοποιήσει τον «δράστη». Η καθαυτή παιδεραστία όμως μάς εισάγει στον χώρο της βίας. Όπως κάθε μορφή βιασμού, είναι μια σχέση κυριαρχίας, εξουσίας και υποταγής. Πρόσφορα θύματα είναι τα εγκαταλελειμμένα ή παραμελημένα συναισθηματικά και υλικά παιδιά.

Το παιδάκι γίνεται ένα επιθυμητό σεξουαλικό αντικείμενο. Ενσαρκώνει το άφθαρτο, κάτι το οποίο ακόμα δεν έχει υποστεί απώλεια, παρακμή. Σήμερα το ιδεολόγημα της αναλλοίωτης νεότητας αναγορεύεται σε «υπέρτατο αγαθό». Ζούμε σε μια κουλτούρα νεότητας, η μέση ηλικία είναι σαν να μην υπάρχει. Περνάμε από τη νεότητα στην τρίτη, στην έσχατη ηλικία. Το ανεπτυγμένο ανδρικό και γυναικείο σώμα δεν είναι μόνο ελκυστικό, είναι και απειλητικό. Θυμίζει θνητότητα. Ενώ το παιδάκι είναι στην άλλη όχθη. Κατέχοντας λοιπόν ένα τέτοιο αντικείμενο, ένα μαγικό παιδικό φαγιούμ, ο παιδεραστής γίνεται ένας κλέφτης της αθανασίας. Σε μια εποχή που σε μπολιάζει καθημερινά με την αίσθηση μιας πλαστής παντοδυναμίας, ο παιδεραστής εκφράζει την παραποιημένη ενσάρκωση της υπερβολής αυτής. Όσο για τους πάμφτωχους Αλβανούς γονείς που λέγεται ότι πήραν λεφτά από τον παιδεραστή, γιατί οδυρόμαστε; Το πωλητήριο δεν είναι ενταγμένο μέσα στη ζωή μας; Τη θεσμικά αποδεκτή ζωή μας; Αρκεί να σκεφτούμε τους σεξοτουρίστες στην Ταϊλάνδη, τα πεντάχρονα κοριτσάκια στα καλλιστεία, τη βιομηχανία παιδικών καλλυντικών, την προσήλωση με την οποία μένουμε καθηλωμένοι, παρά τον αποτροπιασμό, δίχως να αλλάζουμε κανάλι, στις ηδονικά παραστατικές, παιδεραστικές αφηγήσεις ορισμένων καναλιών. Ο Βaudelaire στα «Άνθη του κακού» τα είπε όλα! «hypocrite lecteur! mon semblable, mon frere» («υποκριτή αναγνώστη! όμοιέ μου, αδελφέ μου»).

H Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από