Λίγες μέρες πριν από το μακρινό του «ταξίδι», ο Πάνος Γεραμάνης άφησε πίσω
του τα χειρόγραφα και τις φωτογραφίες της στήλης «Για θυμήσου». Υλικό που
έμελλε να είναι το τελευταίο.


Ο Πάνος Γεραμάνης επί σειρά ετών παρουσίαζε από το «Για θυμήσου» τις
μεγάλες μορφές, αλλά και τις σπουδαίες στιγμές του ελληνικού ποδοσφαίρου, από
τις αρχές της δεκαετίας του 1950 μέχρι και πρόσφατα. Πρόσωπα αγαπητά, οικεία,
φιλικά, μιας άλλης, ρομαντικής εποχής. Όπως και στιγμές που θυμούνται οι
παλιοί και διηγώντας τες τις μαθαίνουν οι νέοι.





Ντούσαν Μπάγιεβιτς. Τριάντα χρόνια παρουσίας και προσφοράς στο ελληνικό ποδόσφαιρο


Φαίνεται πως η σοβαρότητα, το ήθος, το κύρος και η προσφορά είναι λέξεις
παρεξηγημένες και ιδιαίτερα στον χώρο του ποδοσφαίρου. Δεν εξηγείται
διαφορετικά η συμπεριφορά οπαδών προς τον τεχνικό ηγέτη του Ολυμπιακού,
Ντούσαν Μπάγιεβιτς, που αποδοκιμάζεται έντονα όταν η ερυθρόλευκη ομάδα έχει
κακή απόδοση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και στο παρελθόν ο ίδιος προπονητής
έχει αποδοκιμαστεί αγρίως από ομάδες οπαδών της AEK και του ΠΑΟΚ. Ο τυφλός και
εφήμερος φανατισμός πιστεύουμε πως δεν επιτρέπει στους οπαδούς να σκεφθούν ότι
ο Μπάγιεβιτς από το 1977 μέχρι σήμερα, ως ποδοσφαιριστής και ως προπονητής,
έχει τεράστια προσφορά στο ελληνικό ποδόσφαιρο, πρώτα στην AEK και μετά στον
Ολυμπιακό και στον ΠΑΟΚ.


Ο «πρίγκιπας του Νερέτβα», όπως αποκαλείται, έχει αφιερώσει κάπου 30 χρόνια
στην ανάπτυξη του ελληνικού ποδοσφαίρου, γεγονός που δεν πρέπει να αγνοούν οι
θερμόαιμοι πριν από κάθε οργανωμένη αποδοκιμασία του.


Ο Ντούσαν Μπάγιεβιτς γεννήθηκε στο Μόσταρ της Βοσνίας Ερζεγοβίνης στις 10
Δεκεμβρίου 1948, είναι Σέρβος την καταγωγή και έχει αποκτήσει την ελληνική
υπηκοότητα. Άρχισε την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1963 στη Βελέζ και
αγωνίστηκε έως το 1977. Στη συνέχεια πήρε μεταγραφή στην AEK και έως το 1981
έγραψε τη δική του μεγάλη ιστορία. Υπόδειγμα αγωνιστικής συμπεριφοράς και
ήθους, ο «Ντούσκο» συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ξένων ποδοσφαιριστών
που πέρασαν από τα ελληνικά γήπεδα. Ως ποδοσφαιριστής της AEK κατέκτησε το
νταμπλ το 1978 και τον τίτλο του πρωταθλήματος το 1979. Ο Μπάγιεβιτς έχει
σημειώσει συνολικά 82 γκολ στα ελληνικά γήπεδα.


Στο πρωτάθλημα της A' Εθνικής Κατηγορίας σε 47 αγώνες έχει πετύχει 27 γκολ(15
σουτ, 4 κεφαλιές, 5 φάουλ, 3 πέναλτι). Στο επαγγελματικό πρωτάθλημα σε 58 ματς
έχει σκοράρει 37 φορές (21 σουτ, 8 κεφαλιές, 6 πέναλτι, 2 φάουλ). Την περίοδο
1979-80 αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα με 25 γκολ.


Στο Κύπελλο σε 22 παιχνίδια έχει πετύχει 22 γκολ (16 σουτ, 3 κεφαλιές, 1
πέναλτι, 1 κόρνερ, 1 φάουλ).


Στο Κύπελλο Πρωταθλητριών σημείωσε 3 γκολ (σουτ).


Υπήρξε 42 φορές διεθνής στην Εθνική Γιουγκοσλαβίας. Το 1974 αγωνίστηκε στο
Μουντιάλ της Γερμανίας. Πέτυχε χατ τρικ εις βάρος του Ζαΐρ (οι «Πλάβι» είχαν
επικρατήσει με 9-0).


Στο 10ο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα δύο παίκτες σημείωσαν χατ τρικ. Ο δεύτερος ήταν ο
Πολωνός Σάρμαχ στο ματς με την Αϊτή (7-0). Με τα τρία γκολ ο Μπάγιεβιτς
κατετάγη στην τέταρτη θέση του πίνακα των σκόρερ στο Μουντιάλ μαζί με τους
Κρόιφ (Ολλανδία), Ριβελίνο (Βραζιλία), Ντέινα (Πολωνία), Μπράιτνερ (Γερμανία),
Χάουσμαν (Αργεντινή). Πρώτος σκόρερ αναδείχτηκε ο Πολωνός Λάτο με 7 γκολ,
δεύτερος ο Ολλανδός Νέεσκενς με 5 και στην τρίτη θέση με 4 γκολ οι Μίλερ
(Γερμανία), Ρεπ (Ολλανδία), Ένστρομ(Σουηδία), Σάρμαχ (Πολωνία).


Την ποδοσφαιρική του καριέρα έκλεισε στη Βελέζ (1981-83).


Ο Ντούσαν Μπάγιεβιτς ανέλαβε τη Βελέζ ως προπονητής το 1983. Την οδήγησε στην
κατάκτηση του Κυπέλλου το 1985. Το 1988 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της AEK, με
την οποία κατέκτησε τέσσερις φορές το πρωτάθλημα (1988-89, 1991-92, 1992-93,
1993-94) και μία φορά το Κύπελλο (1996). Στο παλμαρέ του έχει επίσης την
κατάκτηση του Σούπερ Καπ (1988-89) και του Λιγκ Καπ (1990-91). Στον Ολυμπιακό
έχει κατακτήσει τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα (1996-97, 1997-98, 1998-99), ένα
Κύπελλο (1999) και έχει οδηγήσει τους «ερυθρολεύκους», πρώτη φορά στην ιστορία
τους, στην προημιτελική φάση του Τσάμπιονς Λιγκ.