Οικογένεια Ινδιάνων Γκουαρανί στην επαρχία Χαπόρα της νότιας Βραζιλίας


Οι Ινδιάνοι Γκουαρανί ζούσαν νομαδικά στην ενδοχώρα της Βραζιλίας πολύ καιρό
πριν από την «ανακάλυψή» της, τον 16ο αιώνα, από τον θαλασσοπόρο Πέδρου
Άλβαρεζ Καμπράλ. Όταν οι Πορτογάλοι εισχώρησαν στη χώρα συνάντησαν τους
Γκουαρανί, με τους οποίους αρχικά αντάλλασσαν είδη και είχαν καλές σχέσεις.
Σύντομα, όμως, οι άποικοι αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν τους αυτόχθονες είτε
ως στρατιώτες στις μάχες κατά των Γάλλων και Ολλανδών ανταγωνιστών τους είτε
ως χειρώνακτες εργάτες – στην υλοτομία και τις φυτείες ζαχαροκάλαμου. Οι
Ινδιάνοι αντέδρασαν στην υποδούλωσή τους και δραπέτευαν.


Όσοι κατάφερναν να ξεφύγουν, κατέφευγαν στις απρόσιτες για τους λευκούς
δασικές εκτάσεις της λεκάνης του Αμαζονίου ή στις σαβάνες του Μάτο Γκρόσο.
Ούτε εκεί όμως κατάφεραν να προστατευθούν από τους αποίκους, αφού οι
Πορτογάλοι πραγματοποίησαν επιδρομές κατά των Ινδιάνων από τον 16ο μέχρι τον
18ο αιώνα. Οι επιδρομές και η άμεση επαφή τους με τους λευκούς οδήγησαν στον
αποδεκατισμό τους πληθυσμούς των Ινδιάνων, καθώς δεν είχαν αντοχές στις
ευρωπαϊκές ασθένειες.


Οι Γκουαρανί ζουν εκτός από τη Βραζιλία στη Βολιβία, την Αργεντινή και την
Παραγουάη. Αν και κάθε υπο-ομάδα Γκουαρανί έχει τις δικές της ξεχωριστές
κοινωνικές δομές, όλοι μοιράζονται την ίδια θρησκεία, η οποία δίνει ιδιαίτερη
έμφαση στη γη. H γη είναι η αρχή και η πηγή της ζωής και είναι, κατά τους
Γκουαρανί, το δώρο του «μεγάλου πατέρα», του Νάντε Ρου. Οι Καϊοβά, που είναι
μία από τις τρεις υποδιαιρέσεις των Γκουαρανί της Βραζιλίας, ζουν στην
Πολιτεία του Μάτο Γκρόσο ντο Σουλ, στην Κεντρο-Δυτική Βραζιλία, κοντά στα
σύνορά της με τη Βολιβία και την Παραγουάη.


Οι Καϊοβά είναι ιδιαίτερα πνευματικοί άνθρωποι. Κάθε κοινότητα έχει ένα
οίκημα, εν είδει ναού, όπου μαζεύονται τα μέλη της φυλής για να προσευχηθούν.
H εξουσία του θρησκευτικού ηγέτη στηρίζεται στο κύρος του και όχι στη δύναμη,
ενώ είναι σε άμεση επαφή με τον θεό και γνωρίζει τις κατάλληλες προσευχές που
προστατεύουν από το δηλητήριο των φιδιών και φέρνουν ήλιο και βροχή. Οι
Καϊοβά, λόγω της έντονης θρησκευτικότητας τους, βιώνουν τις εισβολές ξένων στη
γη τους σαν προσβολή απέναντι στη θρησκεία τους, καθώς επίσης και σαν κλοπή.
Εξαιτίας της αποικιοκρατίας και της απευθείας αρπαγής των εδαφών τους, δεν
έχουν πια αρκετή γη για να υποστηρίξουν μια κοινωνία που βασίζεται στο κυνήγι,
το ψάρεμα και την αγροκαλλιέργεια.


Παιδιά αυτόχειρες





Ο Μάρκος Βερόν, θρησκευτικός ηγέτης της κοινότητας Καϊοβά


Το γεγονός ότι οι Ινδιάνοι εξαναγκάσθηκαν να ζουν μακριά από τον τόπο τους και
να δουλεύουν σαν σκλάβοι, οδήγησε έναν αυξανόμενο αριθμό από αυτούς στην
αυτοκτονία. Το 1995 αυτοκτόνησαν 56 Καϊοβά, αριθμός που συμπεριλαμβάνει
πολλούς νέους ανθρώπους και παιδιά. Οι Καϊοβά έγιναν ο λαός των παιδιών
αυτοχείρων με νεώτερο αυτόχειρα τον Λουτσιάνο Όρτιz, 9 χρόνων. Από το 1985 έως
το 1999, σημειώθηκαν 319 αυτοκτονίες σε πληθυσμό 30.000 Ινδιάνων – η υψηλότερη
αναλογία αυτοκτονιών στον κόσμο. H αυτοκτονία, υποστηρίζουν οι Καϊοβά, είναι
μια κίνηση διαμαρτυρίας κατά της καταπίεσης και της εξαθλίωσης που υφίστανται
οι Ινδιάνοι.


H δολοφονία του Βερόν


Ο Μάρκος Βερόν, 74 ετών, θρησκευτικός ηγέτης της κοινότητας Καϊοβά,
δολοφονήθηκε στο Γιούτι της Πολιτείας του Μάτο Γκρόσο από εργαζομένους του
αγροκτήματος Μπραζίλια ντο Σουλ. Οι Καϊοβά είχαν στρατοπεδεύσει κατά μήκος της
εθνικής οδού κοντά στο αγρόκτημα, για αρκετούς μήνες, διαμαρτυρόμενοι για την
κατάληψη της γης τους από τους μεγαλοκτηματίες και εκτροφείς βοοειδών. Σύμφωνα
με καταγγελία του Συμβουλίου της Καθολικής Εκκλησίας για τους Ιθαγενείς, στις
13 Ιανουαρίου του 2003, 50 αστυνομικοί και αρκετοί μισθωτοί οπλοφόροι
επιτέθηκαν στους ιθαγενείς, σκότωσαν τον Βερόν, βίασαν έξι γυναίκες,
τραυμάτισαν έναν άνδρα, ενώ δύο άνδρες ιθαγενείς δηλώθηκαν αγνοούμενοι στην
αστυνομία. Δύο υπάλληλοι του κτήματος τέθηκαν υπό κράτηση, ενώ εκδόθηκε
ένταλμα σύλληψης και για τον διευθυντή του Μπραζίλια ντο Σουλ. Μόλις μία
εβδομάδα πριν από τη δολοφονία του Βερόν είχε δολοφονηθεί και ένας ηγέτης των
Ινδιάνων Καϊνγκανγκου, ο Λεοπόλντο Κρέσπο.


Ο Κρέσπο, 77 ετών, ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τρεις νεαρούς (δύο 19χρονους
και έναν μόλις 14 ετών) στις 6 Ιανουαρίου του 2003. Ο Κρέσπο ήταν ο
γηραιότερος της κοινότητάς του και διδάσκαλος των παραδόσεων της φυλής στα
νεώτερα μέλη της κοινότητας. Με τον θάνατό του χάθηκε και μέρος της άγραφης
ιστορίας των ανθρώπων του. Οι νεαροί δράστες υποστήριξαν ότι πήγαν να
ξυπνήσουν τον ηλικιωμένο Ινδιάνο που κοιμόταν στην άκρη του δρόμου και
κατέληξαν να τον σκοτώσουν κλωτσώντας και δέρνοντάς τον.


Οι δύο αποτρόπαιοι φόνοι των ιθαγενών ηγετών προκάλεσαν σάλο στη Βραζιλία,
αποδεικνύοντας ότι οι ιθαγενείς αντιμετωπίζονται ακόμα και σήμερα με
βαρβαρότητα και ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. H διεθνής κοινή γνώμη
ξεσηκώθηκε, ζητώντας τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ανάγκη για
αναγνώριση των δικαιωμάτων των ιθαγενών πάνω στη γη τους.


Οι Γιανομάμι του Αμαζονίου



Γλίτωσαν από χρυσοθήρες και ανεύθυνους επιστήμονες






Τα παιδιά των Γιανομάμι πλέον παίζουν ανέμελα. Το 1992 η περιοχή τους
ονομάσθηκε «Πάρκο», οι χρυσοθήρες απομακρύνθηκαν και δόθηκε στους Ινδιάνους το
δικαίωμα να διαχειρί-ζονται τη γη τους


Το 2000 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Σκοτάδι στο Ελ Ντοράντο», του Αμερικανού
δημοσιογράφου Πάτρικ Τίρνεϊ, στο οποίο κατηγορεί ορισμένους ερευνητές ότι
χρησιμοποίησαν μέλη φυλών των Γιανομάμι του Αμαζονίου ως ανθρώπινα
πειραματόζωα. Ο συγγραφέας, ύστερα από δεκαετή έρευνα, κατηγορεί τον Τζέιμς
Νιλ – επικεφαλής ενός μακροχρόνιου προγράμματος που μελετούσε τους Γιανομάμι
στα μέσα της δεκαετίας του 1960 – ότι χρησιμοποίησε ένα μολυσματικό εμβόλιο
ιλαράς με αποτέλεσμα να προκαλέσει μια επιδημία που οδήγησε στο χαμό
εκατοντάδων ανθρώπων. Σύμφωνα με το βιβλίο του Τίρνεϊ, ο Νιλ ουδέποτε
ενημέρωσε, όπως απαιτούσε ο νόμος, την κυβέρνηση της Βενεζουέλας ότι η ομάδα
του σχεδίαζε να ξεκινήσει μια εκστρατεία εμβολιασμού. Όταν ξέσπασε η
θανατηφόρα επιδημία η ομάδα των ερευνητών αρκέστηκε να παρατηρεί και να
καταγράφει την πορεία της επιδημίας, χωρίς οποιαδήποτε ιατρική βοήθεια στους
ασθενείς. Την έρευνα συγχρηματοδότησε η Αμερικανική Επιτροπή Ατομικής
Ενέργειας, που ήθελε να διαπιστώσει τι μπορούσε να συμβεί σε μια κοινότητα που
θα έχανε μεγάλο αριθμό των μελών της στη διάρκεια κάποιου πυρηνικού πολέμου.
Σύμφωνα με τον Τέρι Τέρνερ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Κορνέλ: «Το βιβλίο
του Τίρνεϊ αναδεικνύει τους κινδύνους να συνδεθεί η επιστήμη με την έλλειψη
σεβασμού για τη ζωή, τον υπέρμετρο εγωισμό και την απληστία».


H ανεύθυνη επιστήμη δεν ήταν βέβαια η μόνη απειλή για τους Γιανομάμι. Μεταξύ
του 1970 και του 1980, τόσο αυτοί όσο και άλλες φυλές του Αμαζονίου,
αντιμετώπισαν τη βίαιη εισβολή χρυσοθήρων στη γη τους, οι οποίοι προσπαθώντας
να τους εκτοπίσουν δεν δίστασαν να τους δολοφονήσουν και να καταστρέψουν τα
χωριά τους. Τη φυσική εξόντωση συμπλήρωσαν οι επιδημίες που τους μετέδωσαν οι
χρυσοθήρες, με αποτέλεσμα τον θάνατο του 20% του πληθυσμού τους μέσα σε επτά
μόλις χρόνια.





Δεκατετράχρονος Γιανομάμι φτιάχνει κολιέ από αγκάθια σκαντζόχοιρου


Ύστερα από πολύχρονη διεθνή εκστρατεία της οργάνωσης Survival και άλλων
τοπικών οργανώσεων, το 1992, η περιοχή των Γιανομάμι ονομάσθηκε «Πάρκο», οι
χρυσοθήρες απομακρύνθηκαν και δόθηκε στους Ινδιάνους το δικαίωμα να
διαχειρίζονται τη γη τους. Νομικά όμως δικαιώματα ιδιοκτησίας δεν απέκτησαν.
Ίσως όμως και να μην τα χρειάζονται. Οι Γιανομάμι ζουν από το κυνήγι, τη
συλλογή δασικών προϊόντων και το ψάρεμα, κυρίως όμως από την καλλιέργεια
φυτών. Καλλιεργούν πολλές τοπικές ποικιλίες με φυτά βρώσιμα και φαρμακευτικά.
Φροντίζουν να μην εξαντλούν τη γη, με το σύστημα της κυκλικής καλλιέργειας. Οι
κυνηγοί μοιράζονται πάντα το κυνήγι τους με τα υπόλοιπα μέλη της φυλής και
όλοι έχουν πρόσβαση στα συλλογικά είδη διατροφής ανεξαρτήτως ηλικίας,
δυνατοτήτων και ασχολίας.


Οι Γιανομάμι ζουν κυρίως στη Βραζιλία και τη Βενεζουέλα και ο πληθυσμός τους
υπολογίζεται γύρω στις 27.000 ανθρώπους. Αν και δεν είναι γνωστό πόσο καιρό
ζουν σε αυτή την περιοχή, είναι πιθανό να εγκαταστάθηκαν εκεί από τότε που οι
πρώτοι άνθρωποι κατέφθασαν στη Νότια Αμερική, δηλαδή πριν από περίπου 50.000
χρόνια.


Κάθε κοινότητα Γιανομάμι ζει ξεχωριστά και όλα τα μέλη της ζουν μέσα σε ένα
τεράστιο κοινόχρηστο σπίτι, που ονομάζεται «Γιάνο». Τα σπίτια αυτά μπορούν να
φιλοξενήσουν μέχρι και 400 άτομα, αν και συνήθως ζουν εκεί πολύ λιγότερα.
Είναι κτισμένα σε σχήμα δακτυλίου και το κέντρο τους είναι ευρύχωρο έτσι ώστε
να μπορούν να χορέψουν και να πραγματοποιήσουν τελετές.


Κάθε οικογένεια έχει τη δική της εστία κάτω από ένα καλυμμένο μέρος του Γιάνο
και τα μέλη της κοιμούνται πάνω σε αιώρες γύρω από τη φωτιά τους.


Αμαζονία



Ο αγώνας του Τσίκο Μέντες






Ακτιβιστής του περιβάλλοντος και συνδικαλιστής του εργατικού κινήματος της
Βραζιλίας, ο Τσίκο Μέντες δολοφονήθηκε τον Δεκέμβρη 1988


Στις 22 Δεκεμβρίου του 1988, ο Francisco Alves Mendes Filho, γνωστός ως Τσίκο
Μέντες, δολοφονήθηκε από μπράβους μεγαλοκτηματιών στην Πολιτεία Άκρε της
Βραζιλίας. Ο εργάτης και οικολόγος Τσίκο Μέντες υπήρξε εκπρόσωπος των ιθαγενών
εργατών στις φυτείες καουτσούκ. Ήταν πρωτοστάτης στις ειρηνικές διαμαρτυρίες
κατά της καταστροφής των δασών της Αμαζονίας και κατά της εκδίωξης των
ιθαγενών από τη γη τους. Υπήρξε από τους ιδρυτές της Ενιαίας Ομοσπονδίας
Εργαζομένων της Βραζιλίας, επισήμανε την άρρηκτη σχέση και αλληλεξάρτηση των
ιθαγενών με το περιβάλλον τους και τόνισε ότι ο αγώνας για την επιβίωσή τους
ήταν και αγώνας εναντίον των πολυεθνικών και των πολιτικών που τις στήριζαν.


Πρόσφατα, η γερουσιαστής Μαρίνα Σίλβα, συνεργάτις του Τσίκο Μέντες για τη
δημιουργία του μεγαλύτερου συνδικάτου της Βραζιλίας, διορίστηκε υπουργός
Περιβάλλοντος από τον πρόεδρο της Βραζιλίας Λούλα ντα Σίλβα. Το γεγονός έγινε
δεκτό με ενθουσιασμό από οικολογικές οργανώσεις όλου του κόσμου, γιατί από τη
θέση αυτή ενδέχεται να ανοίξει ο δρόμος σε μία βιώσιμη διαχείριση των δασών
της Βραζιλίας. Αναφερόμενη στο ζήτημα της τροπικής ξυλείας η Μαρίνα Σίλβα
υποστήριξε ότι «η προστασία των αρχέγονων δασών πρέπει να συνδυαστεί με μια
νέα πολιτική γραμμή απέναντι στους αυτόχθονες». Άλλωστε, όπως υποστηρίζει και
η ίδια, ο διορισμός της ως υπουργού Περιβάλλοντος συνιστά φόρο τιμής στον
Τσίκο Μέντες.


Σήμερα στην περιοχή της Αμαζονίας, η οποία εκτείνεται συνολικά σε εννέα χώρες
(Βολιβία, Βραζιλία, Κολομβία, Γαλλική Γουιάνα, Εκουαδόρ, Γουιάνα, Περού
Σουρινάμ και Βενεζουέλα), ζουν περί τους 900.000 ιθαγενείς που ανήκουν σε 370
διαφορετικές φυλές. Από την εποχή του Ορεγιάνα, του Ορσούα και του Αγκίρε, των
πρώτων εξερευνητών τις Αμαζονίας, όλοι οι άποικοι θεώρησαν φυσικό να
λεηλατούν, να αρπάζουν και να καταστρέφουν τους πόρους των ιθαγενών. Από τότε
η ιστορία συνεχίστηκε με γενοκτονίες, αρπαγές γης από τους αυτόχθονες και
καταστροφή μεγάλων εκτάσεων τροπικού δάσους, με στόχο την εμπορική
εκμετάλλευση της ξυλείας ή τη μετατροπή τους σε βοσκοτόπους για βοοειδή. Ήδη,
το 1906 υπήρξαν αναφορές για το ξεκλήρισμα ολόκληρων οικισμών αυτόχθονων
Ινδιάνων που συλλαμβάνονταν για να εργαστούν ως σκλάβοι στη συλλογή του
καουτσούκ, του οποίου η τιμή στη διεθνή αγορά ήταν τότε υψηλή. Οι συνθήκες
εργασίας των ιθαγενών ήταν άθλιες, ενώ οι αδύναμοι, δηλαδή, οι γυναίκες, τα
παιδιά και οι άρρωστοι σφάζονταν κυριολεκτικά χωρίς τον παραμικρό δισταγμό.


Το περιβάλλον των Ινδιάνων της Αμαζονίας είναι το πλουσιότερο του κόσμου σε
φυσικούς πόρους και βιοποικιλότητα, γεγονός που ευθύνεται για όλα τα
προβλήματα που αντιμετωπίζουν από τον καιρό της αποικιοκρατίας έως σήμερα.
Τους πρώτους εξερευνητές προσέλκυσαν ο χρυσός και τα διαμάντια, ενώ σήμερα το
ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στην εξαιρετική ξυλεία, ιδιαίτερα το μαόνι και πολλά
άλλα είδη δέντρων, που τα προϊόντα τους χρησιμοποιούνται επίσης για αρώματα,
φαρμακευτικές ουσίες, καύσιμα και πλαστικά.


H εμπορική εκμετάλλευση της ξυλείας έφερε τους ιθαγενείς αντιμέτωπους με ένα
επιπλέον πρόβλημα, αυτό του εποικισμού. Μη ινδιάνικοι πληθυσμοί κατάφεραν να
εισχωρήσουν στην άλλοτε απρόσιτη περιοχή της Αμαζονίας μέσω των νέων δρόμων
που κατασκευάσθηκαν για τη μεταφορά της ξυλείας. Ο ανεξέλεγκτος αριθμός των
εποίκων μείωσε τη διαθέσιμη τροφή για τους ιθαγενείς, ενώ τους έφερε
αντιμέτωπους με νέες ασθένειες, που οδήγησαν στον αποδεκατισμό πολλών φυλών,
ιδιαίτερα αυτών που δεν είχαν προηγούμενες επαφές με μη Ινδιάνους.