Σε εποχές ξηρασίας ό,τι κερδίζεις καλό είναι. Την εβδομάδα που οι ελπίδες για
κάτι έστω υποφερτό από την Εθνική μας ποδοσφαίρου εξανεμίστηκαν σχεδόν
οριστικά - εξαιτίας όχι τόσο της εμφάνισης όσο της αίσθησης αγγαρείας που
απέπνεαν παίκτες, προπονητής και φίλαθλοι στο φιλικό με την Ιρλανδία - ένας
θρίαμβος της Εθνικής μπάσκετ, έστω και με μετριότατο αντίπαλο, λειτουργεί
τονωτικά. Ιδίως όταν συνοδεύεται από επίδειξη δύναμης και όταν το όλο κλίμα
που διαμορφώνεται γύρω από την παλιά αυτή αγαπημένη μας αρχίζει έντονα να
προοιωνίζεται μεγάλα πράγματα.


Όταν θα γραφεί κάποτε, από μια σχετική απόσταση, η ιστορία της ανόδου και της
πτώσης του ελληνικού μπάσκετ, τότε ίσως αντιληφθούμε καλύτερα ότι και οι δύο
φάσεις - όπως και τώρα, ελπίζουμε, η αναγέννηση - σηματοδοτήθηκαν από την
πορεία της Εθνικής ομάδας. Μπορεί ένας άνθρωπος μόνος του, ο μεγάλος Γκάλης,
να πήρε στις πλάτες του, γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ένα ολόκληρο
άθλημα και να το μετέτρεψε σε πηγή χαράς και περηφάνιας για όλους του Έλληνες,
όμως το συμβολικό πέρασμα σε μια άλλη διάσταση καταγράφηκε το 1987 με το έπος
του Πανευρωπαϊκού της Αθήνας. Και μπορεί η εξίσου γρήγορη παρακμή να συνδέθηκε
κυρίως με τις επιλογές των σωματείων και τον νεοπλουτισμό των παραγόντων τους,
όμως και πάλι η Εθνική, κι ας συνέχιζε να είναι παρούσα στα περισσότερα μεγάλα
ραντεβού, ήταν αυτή που γεννούσε τις πικρότερες συγκρίσεις με το παρελθόν. Σε
μια περίοδο κρίσης στο διεθνές μπάσκετ, ο ουσιαστικός υποβιβασμός της Εθνικής
μας στη δεύτερη κατηγορία μιας Ευρώπης που μέχρι πριν από λίγα χρόνια την
έτρεμε, φάνταζε πιο φορτισμένος κι από την πλήρη απαξίωση του Πρωταθλήματος.
Αλλά ενώ το Πρωτάθλημα συνεχίζει να παλεύει με τα φαντάσματά του και τις
αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του (μικραίνουν οι προϋπολογισμοί, τα γήπεδα, οι
θεατές, αλλά όχι οι ίντριγκες και οι υποτιμήσεις της πραγματικής δύναμής του,
των Ελλήνων παικτών), ξαφνικά η Εθνική πήρε πάλι μπροστά, αθόρυβα στην αρχή,
με όλο και πιο φουσκωμένα τα πανιά της όσο περνάει ο καιρός κι αυξάνουν οι
νίκες.


ΑΠΟΛΑΥΣΗ


Να πούμε ότι ξανά ο κυρίως υπεύθυνος είναι ένας άνθρωπος, ο Γιάννης Ιωαννίδης,
μοιάζει απλουστευτικό, αλλά δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Το '87 ήταν
προπονητής του μεγάλου Άρη και, ως τέτοιος, κάτι σαν αόρατος προπονητής και
της Εθνικής. Τώρα που την ανέλαβε και φανερά, στην πιο μεταιχμιακή φάση της
και έπειτα από ένα άδοξο για την αξία του κλείσιμο της σωματειακής του
καριέρας, έδειξε γρήγορα πόσο αυτονόητη ήταν η επιλογή του. Ο Ιωαννίδης
αναπνέει το μπάσκετ, αγαπάει την πατρίδα του και πονάει την Εθνική ομάδα. Σε
σύντομο χρόνο έσφιξε η πειθαρχία, αναδείχθηκε το ταλέντο και άνθησαν τα
χαμόγελα. Ήταν μια πραγματική απόλαυση να ξαναβρούμε το Σάββατο το βράδυ ένα
παλλόμενο γήπεδο, μια αέρινη ομάδα κι έναν ξανανιωμένο ξανθό, λεπτό και πάλι,
σίγουρο και ξάγρυπνο, μαζί πατέρα, δάσκαλο και στρατηγό για τους παίκτες του.
Η δοκιμασία είναι μπροστά - και το εκτός έδρας παιχνίδι με την Ισπανία (άλλη
ομάδα συνόλου και προπονητή) θα δείξει πολλά. Όμως, ό,τι και να γίνει, η
αισιοδοξία, η ταύτιση και οι κατοστάρες ξαναγύρισαν.


ΝΕΟ ΠΡΟΣΩΠΟ


Αν ο κόουτς είναι αυτή τη φορά ο αναμφισβήτητος ηγέτης της ομάδας, ένας
άγνωστος μέχρι χθες παίκτης είναι, ερήμην του, το καλύτερο σύμβολό της. Ο
Σοφοκλής Σχορτσιανίτης έχει τα πάντα για να γίνει το πρόσωπο της αυριανής
μέρας. Ένα κορμί σαν του Σακίλ Ο' Νιλ (μείον δεκαπέντε πόντους), έναν
ακαταμάχητο συνδυασμό αρχαίου ονόματος και σύγχρονης πολυ-πολιτισμικής
εμφάνισης, την εμπιστοσύνη του προπονητή του, την άγνοια κινδύνου των
πραγματικά δυνατών, το ενδιαφέρον, που δεν θα αργήσει να γίνει αγάπη, του
κόσμου. Δείχνει προσγειωμένος βιδώνοντας τύπους σαν τον Μουρεσάν, όμως στη
ματιά του δεν μπορεί παρά να διακρίνεις πως βιάζεται να συναντήσει τη μοίρα
του. Όπως και η Εθνική.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από