Πόσα θύματα στοίχισε τελικά στον Ελληνισμό η Μικρασιατική Καταστροφή; Και
υπήρξε πράγματι γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας; Θα υπέθετε κανείς ότι
ύστερα από 80 χρόνια, η απάντηση σε τέτοια ερωτήματα ανήκει λογικά στην
αρμοδιότητα των ιστορικών. Την πρωτοβουλία όμως να τα διαλευκάνει ανέλαβε η
πολιτική, προκαλώντας μια «εμφύλια» αντιπαράθεση για τα γεγονότα του 1922.


Η αρχή έγινε το 1998, όταν η Βουλή ψήφισε ομόφωνα έναν νόμο που καθιέρωνε τη
«14η Σεπτεμβρίου σαν ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της
Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος». Δύο χρόνια αργότερα, η ίδια κυβέρνηση
προχώρησε στην έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος, ώστε να τεθεί ο νόμος σε
ισχύ. Η απόφαση για την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος συνέπεσε με την απόφαση
του γαλλικού κοινοβουλίου να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων και
προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Τουρκίας.


Παρά το ότι η ψήφιση του νόμου είχε γίνει ομόφωνα, κάποιοι είχαν εκφράσει τότε
την άποψη ότι στόχος της ενέργειας αυτής ήταν η παρενόχληση της πολιτικής τής
βήμα προς βήμα προσέγγισης με την Τουρκία. Η έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος
ενέτεινε τις αντιδράσεις στο εσωτερικό μέτωπο, προκαλώντας έναν έντονο δημόσιο
διάλογο για το αν πράγματι έγινε γενοκτονία. Μια μερίδα του πολιτικού κόσμου
αναθεώρησε τη στάση της, ζητώντας την ακύρωση του νόμου, υιοθετώντας το
σκεπτικό ότι ο όρος γενοκτονία δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική
πραγματικότητα. Επανεξετάζοντας τα δεδομένα, και λαμβάνοντας υπ' όψιν της την
ελληνοτουρκική προσέγγιση των τελευταίων ετών, η κυβέρνηση αποφάσισε να
απαλείψει τον όρο γενοκτονία από το επίμαχο Προεδρικό Διάταγμα. Αυτή η
ενέργεια προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από μια μερίδα του πολιτικού κόσμου που
κατηγορεί την κυβέρνηση για υπαναχώρηση.


Η γενοκτονία είναι η συστηματική και εκ προθέσεως φυσική εξόντωση μιας
συγκεκριμένης (εθνοτικής, θρησκευτικής, φυλετικής) ομάδας. Παρ' όλο που όλοι
παραδέχονται ότι υπήρξαν μαζικοί διωγμοί και σφαγές των Ελλήνων και πριν από
το 1922 (ο Βενιζέλος τους χρησιμοποιεί ως επιχείρημα υπέρ της συμμετοχής της
Ελλάδος στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων, σε επιστολή του προς τον
Κωνσταντίνο το 1915), δεν είναι γνωστό κάποιο σχέδιο, όπως στην περίπτωση των
Αρμενίων. Δεν υπάρχει για τους Έλληνες κάτι το αντίστοιχο με την εντολή του
Ταλάτ Πασά για τη «μαζική εκτόπιση» των Αρμενίων το 1915. Το κύριο επιχείρημα
όσων υποστηρίζουν ότι πράγματι έγινε γενοκτονία είναι ο μεγάλος αριθμός των
θυμάτων. Το 1998, στη Βουλή, κάποιοι ανέβασαν τον αριθμό τους στο 1,5
εκατομμύριο.


Οι απώλειες





Οι Έλληνες της Σμύρνης υποδέχονται τα ελληνικά στρατεύματα


Πόσο μεγάλες είναι οι απώλειες στην πραγματικότητα; Οι αριθμητικές εκδοχές
απέχουν πολύ μεταξύ τους: «Το μίνιμουμ είναι 200.000. Από την άλλη, ο Γιάννης
Καψής μιλάει για 1.000.000 στις Χαμένες Πατρίδες», αναφέρει ο ιστορικός
Λεωνίδας Καλιβρετάκης. «Άνθρωποι που υποτίθεται ότι είχαν τα δεδομένα για μια
σωστή εκτίμηση, όπως ο Πάλης, αναφέρουν ότι τα θύματα είναι 640.000. Κατά τη
γνώμη μου, και αυτό είναι αρκετά διογκωμένο».


Ο κ. Καλιβρετάκης θεωρεί ότι το σημαντικό πρόβλημα για τον προσδιορισμό των
θυμάτων είναι η ανακριβής καταγραφή των αγνοουμένων. «Υπάρχουν πολλοί, που
αναφέρονταν ως αγνοούμενοι στην Αθήνα, π.χ., αλλά δεν ήταν φυσικά αγνοούμενοι
εκεί που πράγματι βρίσκονταν. Υπάρχουν οικογένειες που διαλύθηκαν κατά τη
διάρκεια της μετάβασης στην Ελλάδα και δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ». Επιπλέον οι
στατιστικές, είτε ελληνικές είτε τουρκικές, ήταν εντελώς ανεπαρκείς ώστε να
καταλήξει κανείς έστω διά της αφαιρετικής μεθόδου σε κάποια ασφαλή
συμπεράσματα.


Η απογραφή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που έγινε το 1912, ανεβάζει τον
αριθμό των Ελλήνων στη Μικρά Ασία σε 1.782.000. «Σύμφωνα με τις πιο έγκυρες
καταγραφές των εδώ γραφείων προσφύγων, ο αριθμός εκείνων που έφτασαν σε όλα τα
σημεία της Ελλάδος είναι περίπου 1.400.000. Αν αφαιρέσει κανείς αυτό το
νούμερο από τα στοιχεία του Πατριαρχείου, μένουν 382.000. Ο στρατός είχε
απώλειες περίπου 50.000, μιλάμε λοιπόν για μια τάξη μεγέθους περίπου 450.000
ατόμων. Είναι σχεδόν μισό εκατομμύριο. Δεν είναι λίγοι και δεν χρειάζεται να
τους φουσκώνουμε», επισημαίνει ο κ. Καλιβρετάκης.


Εδώ προκύπτει το ερώτημα, αν η απογραφή του Πατριαρχείου αφορά μόνο τους
Μικρασιάτες ή συμπεριλαμβάνει και τους Κωνσταντινουπολίτες. «Με την τυπική
έννοια της λέξης, οι Κωνσταντινουπολίτες δεν είναι Μικρασιάτες», υποστηρίζει ο
κ. Καλιβρετάκης. «Θεωρώ ότι είναι μόνο Μικρασιάτες». Αντίθετα, άλλοι ιστορικοί
υποστηρίζουν ότι στα στοιχεία του Πατριαρχείου θα πρέπει να συμπεριληφθούν και
οι Κωνσταντινουπολίτες. Ο αριθμός τους είναι 150.000 και αυτή η ανάγνωση
κατεβάζει τα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής σε 200.000.


Η μετανάστευση





Το Κε, η πιο γνωστή παραλία της Σμύρνης πριν από την πυρπόληση και καταστροφή
της πόλης, το Σεπτέμβριο του 1922


Επιπλέον, κανείς δεν είναι σε θέση να υπολογίσει τη μετανάστευση, αφού δεν
υπάρχουν επαρκείς στατιστικές στην οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Δαφνής αναφέρει
ότι μετά το 1922, 220.000 Έλληνες κατέφυγαν σε τρίτες χώρες, κανείς όμως δεν
μπορεί να εκτιμήσει με ασφάλεια τον όγκο της μετανάστευσης στην επίμαχη
περίοδο 1912-1922.


Ο κ. Καλιβρετάκης θεωρεί ότι στο 1.400.000 συμπεριλαμβάνονται όλα τα ρεύματα.
Επισημαίνει όμως πως η απογραφή του Πατριαρχείου έγινε το 1912: «Από τότε,
περνούν 10 χρόνια.


Ο πληθυσμός μπορεί να έχει αυξηθεί, μπορεί όμως να έχει μείνει και στάσιμος.
Ας μην ξεχνάμε ότι, σε όλη αυτήν την περίοδο, γινόταν πόλεμος».