Οι μεταξύ ιατρών και ασθενών σχέσεις επανειλημμένα απασχόλησαν θεωρία και
νομολογία και ειδικότερα ως προς την προηγούμενη επαρκή ενημέρωση και
συναίνεση των τελευταίων, εν όψει θεραπευτικής αγωγής και πολύ περισσότερο
επέμβασης, στην οποία, κατά την ιατρική επιστήμη, επιβάλλεται να υποβληθούν.


Αφορμή αυτής της προβληματικής αποτέλεσε η άρνηση, σε αρκετές περιπτώσεις,
ορισμένων ασθενών ή και γονέων να αποδεχθούν, για διάφορους λόγους, την
ενδεδειγμένη και προτεινόμενη από τον θεράποντα ιατρό αγωγή ή χειρουργική
επέμβαση που αφορούσε τους ίδιους ή τα ανήλικα τέκνα τους, αντιστοίχως. Και αν
μεν δεν υπόκειται κατάσταση άμεσου κινδύνου ζωής, προέχει ο σεβασμός της
θέλησής τους, που καταξιώνει έτσι την ανθρώπινη αξία και προσωπική ελευθερία,
όπως άλλωστε και συνταγματικά προεχόντως αναγνωρίζονται και ρητά
προστατεύονται.


Σε περίπτωση όμως που απειλείται άμεσα η ζωή του ασθενούς, ο ιατρός, του
οποίου η θέση έναντι τούτου είναι εγγυητική, είναι υποχρεωμένος να ενεργήσει,
στα πλαίσια των γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, ό,τι
επιβάλλεται για τη διάσωσή του, διότι η σωτηρία του ασθενούς είναι ο υπέρτατος
νόμος (salus aegroti suprema lex est). Και αυτό διότι, προκειμένης επιλογής
μεταξύ του δικαιώματος αυτοδιάθεσης και του απόλυτης αξίας έννομου αγαθού της
ζωής, η όποια διλημματική διελκυστίνδα αμβλύνεται με την υποχώρηση και την
αναπόδραστη ­ αναγκαία προσβολή του πρώτου (δικαιώματος αυτοδιάθεσης).
Σημειωτέον ότι συγκεκριμένο πλαίσιο κανόνων δεν υπάρχει και είναι εξαιρετικά
δύσκολο, λόγω της ιδιαιτερότητας του θέματος, να ρυθμιστούν με κανονιστική
παρέμβαση τα ζητήματα που ανακύπτουν. Κατ' εξαίρεση όμως και κατά τις
διατάξεις του άρθρου 1534 του Αστικού Κώδικα, σε περίπτωση κατεπείγουσας
ιατρικής επέμβασης για ν' αποτραπεί κίνδυνος ζωής ή υγείας του τέκνου, ο
εισαγγελέας Πρωτοδικών μπορεί, αν αρνούνται οι γονείς, να δώσει αυτός αμέσως
την απαιτούμενη άδεια, ύστερα από αίτηση του αρμόδιου για τη θεραπεία ιατρού ή
του διευθυντή της κλινικής όπου νοσηλεύεται το τέκνο ή οποιουδήποτε άλλου
αρμόδιου υγειονομικού οργάνου, ενώ ανάλογες προβλέψεις διαλαμβάνονται και στις
διατάξεις των άρθρων 29 και 31 του Ν. 2776/1999, αναφορικά με την αντιμετώπιση
της άρνησης των κρατουμένων να συναινέσουν σε αναγκαία για την υγεία τους
ιατρική πράξη. Αδιαμφισβήτητα, η διαπίστωση του άμεσου κινδύνου και της
συνακόλουθης αναγκαιότητας της επέμβασης εναπόκεινται στις γνώσεις και την
υπευθυνότητα του θεράποντος ιατρού, ο οποίος καλείται ταυτόχρονα να
υπερκεράσει τη συναισθηματική και συνειδησιακή του φόρτιση. Στη συντριπτική
πλειοψηφία όμως των περιπτώσεων, ασφαλής γι' αυτόν διέξοδος αποτελεί η
εισαγγελική κρίση στην οποία προσφεύγει και η οποία, μέχρι σήμερα, δικαίωσε με
την ορθότητα των σχετικών γνωμοδοτήσεών της τη λειτουργική αποστολή των φορέων
της.


Επέμβαση στείρωσης



Ο 24χρονος είχε έντονη σεξουαλική δραστηριότητα







Η κατάσταση είχε προβληματίσει έντονα τους υπευθύνους του Κέντρου Περίθαλψης
Παίδων. Οι τρόφιμοι του ιδρύματος ήταν παιδιά με νοητική υστέρηση και άλλες
παθήσεις, παιδιά που είχαν ανάγκη ιδιαίτερης φροντίδας και προσοχής.


Το προσωπικό τα περιέβαλλε με αγάπη, αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που οι
υπάλληλοι αγανακτούσαν, όταν, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν ένα παιδί,
ξέφευγε από την επιτήρησή τους κάποιο άλλο και το κακό δεν αργούσε να γίνει.
Τελευταία όμως αντιμετώπιζαν ένα πρόβλημα δυσεπίλυτο. Εικοσιτετράχρονος νέος,
διανοητικά καθυστερημένος, που έπασχε παράλληλα από σπαστική τετραπληγία, είχε
γίνει απειλή για τα κορίτσια του Κέντρου. Όποτε έβρισκε ευκαιρία, σε στιγμές
που τύχαινε να μην τον προσέχει κανείς, ερχόταν σε σεξουαλική επαφή μαζί τους.


Η ηλικία του, αλλά και το γεγονός ότι τα κορίτσια με τα οποία ερχόταν σε επαφή
δέχονταν τις "επιθέσεις" του ευχαρίστως, δεν επέτρεπε στους υπευθύνους να τον
απομονώσουν ή να του το απαγορεύσουν με οποιονδήποτε τρόπο. Ανησυχούσαν όμως
μήπως οι επαφές αυτές προκαλέσουν ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες σε άτομα που δεν
ήταν σε θέση να αποκτήσουν και, πολύ περισσότερο, να μεγαλώσουν ένα παιδί.


Η επίβλεψη εντάθηκε, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο νεαρός, παρά τα σοβαρά
προβλήματα υγείας, κατόρθωνε να ξεφεύγει και να κάνει αυτό που ήθελε. Οι
υπεύθυνοι ανησυχούσαν. Τι να κάνουν; Η στείρωση του νέου προέκυψε ως μοναδική
διέξοδος.


Η απόφαση των μελών του διοικητικού συμβουλίου του Κέντρου δεν αρκούσε για την
πραγματοποίηση της επέμβασης. Οι γιατροί, στους οποίους απευθύνθηκαν,
προσέφυγαν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ζητώντας τη σχετική άδεια,
προκειμένου να μην αντιμετωπίσουν στο μέλλον οποιαδήποτε ποινική ευθύνη,
εφόσον δεν υπήρχε η συναίνεση του ασθενούς.


Το ζήτημα ήταν ιδιαιτέρως περίπλοκο, καθώς δεν αφορούσε κατεπείγουσα ανάγκη
ιατρικής επέμβασης για να αποτραπεί κίνδυνος ζωής ­ οπότε η συγκατάθεση του
ασθενούς ή των γονέων ανηλίκου τέκνου δεν είναι απαραίτητη ­ αλλά, αντιθέτως,
επρόκειτο για ενέργεια που είχε ως στόχο την προφύλαξη τρίτων προσώπων.


Ο εισαγγελέας που ασχολήθηκε με την υπόθεση έκρινε πως δεν είναι αρμόδιος να
χορηγήσει άδεια για τη στείρωση και πως η ενδεδειγμένη λύση του προβλήματος θα
ήταν να τεθεί ο 24χρονος νέος υπό δικαστική απαγόρευση και στη συνέχεια να
διοριστεί επίτροπος, ο οποίος ενδεχομένως θα συναινούσε στη χειρουργική
επέμβαση. Ακόμη και αν η στείρωση διενεργείται σε περιπτώσεις ατόμων με
σοβαρές ψυχικές ή άλλες κληρονομικές παθήσεις, δεν αποφεύγει ο γιατρός τυχόν
ποινικές ευθύνες αν δεν έχει συγκατατεθεί ο ασθενής ή ο επίτροπός του, εξηγεί
ο εισαγγελέας.


Αλλά, ακόμη και αν ο επίτροπος συμφωνήσει, αμφισβητείται η εγκυρότητα της
συναίνεσής του. Κι αυτό γιατί ο ασκών τη γονική μέριμνα (ουσιαστικό καθήκον
του επιτρόπου) οφείλει να έχει πάντα ως γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου ή
κατ' επέκταση του προσώπου που έχει τεθεί υπό δικαστική απαγόρευση. Η στείρωση
στην προκειμένη περίπτωση δεν περιφρουρεί τα συμφέροντα του 24χρονου
διανοητικώς καθυστερημένου νέου, αλλά τα συμφέροντα των κοριτσιών του Κέντρου,
που είναι δυνατόν να προστατευθούν με τη λήψη άλλων μέτρων. Με τη διασφάλιση
χωριστών χώρων διαβίωσης ή με τη χορήγηση αντισυλληπτικού.


Επέμβαση προστάτη



Καλύτερα... νεκρός παρά χειρουργημένος







Ο ασθενής ήταν γύρω στα πενήντα. Είχε εισαχθεί σε δημόσιο νοσοκομείο της
περιφέρειας με σοβαρά ουρολογικά προβλήματα. Οι συνεχείς αιμορραγίες τον
ανάγκασαν να επισκεφθεί τους γιατρούς, καθώς διαπίστωνε πως σταδιακά έχανε τις
δυνάμεις του. Η διάγνωση δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Μια κακοήθεια του
προστάτη επέβαλε την άμεση εισαγωγή του στο χειρουργείο.


Η σημαντική απώλεια αίματος ωστόσο δεν επέτρεπε να χειρουργηθεί αν
προηγουμένως δεν ανέβαινε ο δείκτης του αιματοκρίτη του. Η ατυχία τού ασθενούς
να ανήκει στη σπανιότερη ομάδα αίματος, από την οποία δεν υπήρχε επαρκής
ποσότητα στο νοσοκομείο της ιδιαίτερης πατρίδας του, καθιστούσε απαγορευτική
την περαιτέρω νοσηλεία του εκεί. Μόλις λοιπόν υπεβλήθη στην πρώτη μετάγγιση
και αφού εξαντλήθηκε το αίμα, οι γιατροί τον ενημέρωσαν για το δέον γενέσθαι.
Του εξήγησαν δηλαδή πως έπρεπε να μεταφερθεί οπωσδήποτε, όσο το δυνατόν
συντομότερα, σε νοσοκομείο της Αθήνας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί καλύτερα
το πρόβλημα της υγείας του. Να αναταχθεί κατ' αρχήν η αναιμία του και στη
συνέχεια να υποβληθεί σε επέμβαση αφαίρεσης του προστάτη.


Στο μεταξύ είχαν πραγματοποιηθεί οι απαραίτητες συνεννοήσεις με κρατικό
νοσοκομείο της Αθήνας και όλα ήταν έτοιμα για τη μεταφορά του ασθενούς. Κανείς
δεν είχε προβλέψει πως η μοναδική δυσκολία θα προέκυπτε από την άρνηση του
50χρονου να δεχθεί την αναγκαία για τη σωτηρία της ζωής του ιατρική περίθαλψη.


Ο ασθενής, αν και δεν είχε δυνάμεις ούτε για να σηκωθεί από το κρεβάτι, δεν
συναινούσε όχι μόνο στη μεταφορά του στην Αθήνα, αλλά κυρίως δεν δεχόταν για
κανέναν λόγο να υποστεί αφαίρεση του προστάτη. Είχε ακούσει διάφορα ­ όπως
ισχυριζόταν ­ για ενδεχόμενες επιπτώσεις στον... ανδρισμό του, που δεν του
άφηναν περιθώριο επιλογής! Καλύτερα να πέθαινε, όπως έλεγε...


Η κατάσταση της υγείας του όμως επιδεινωνόταν ώρα με την ώρα. Το περιστατικό
έχρηζε άμεσης αντιμετώπισης. Οι γιατροί, από τη στιγμή που ο ίδιος είχε
εναποθέσει την τύχη του στα χέρια τους με την εισαγωγή του στο νοσοκομείο,
έκριναν ότι όφειλαν να αντιδράσουν. Προσέφυγαν λοιπόν στον εισαγγελέα ζητώντας
γνωμοδότηση περί του αν διαπράττουν αξιόποινη πράξη στην περίπτωση που, παρά
την άρνηση του ασθενούς, προχωρήσουν στις αναγκαίες για τη σωτηρία της ζωής
του ενέργειες.


Η απάντηση υπήρξε λυτρωτική για τη συνείδηση των γιατρών, χωρίς αυτό να
σημαίνει πως είχε την ίδια επίδραση στην ψυχολογία του ασθενούς. Το γεγονός
ότι ο 50χρονος κινδύνευε σοβαρά συνέβαλε στην υπέρ των γιατρών τοποθέτηση του
εισαγγελέα, ο οποίος τόνισε πως «η ιατρική επέμβαση παρά την αντίθετη βούληση
του ασθενούς επιτρέπεται μόνο αν πρόκειται περί αναποτρέπτου κινδύνου της ζωής
του».


Στη γνωμοδότηση αναλύεται ιδιαιτέρως το μεγάλο ζήτημα του δικαιώματος
αυτοδιάθεσης της ζωής του ασθενούς, της ελευθερίας του δηλαδή να αποφασίσει
μόνος του για τον εαυτό του, ως εκδήλωσης προσωπικής ελευθερίας. Ο εισαγγελέας
κρίνει πως το δικαίωμα αυτοδιάθεσης μπορεί να προσβληθεί αν το δίλημμα τίθεται
μεταξύ αυτού και του εννόμου αγαθού της ζωής. Προσθέτει μάλιστα πως σε
περιπτώσεις όπου δεν κινδυνεύει η ζωή ή η σωματική ακεραιότητα κάποιου, τότε
κανείς δεν έχει δικαίωμα να παρέμβει.


Πάντως, το γεγονός και μόνο της εκούσιας προσφυγής του ασθενούς στο νοσοκομείο
και της θετικής αρχικής στάσης του στη θεραπευτική αγωγή, όπως και στη
μετάγγιση, προκάλεσε στον εισαγγελέα αμφιβολίες περί του αν η άρνησή του ήταν
συνειδητή επιλογή ή αποτέλεσμα κακής ψυχολογικής κατάστασης εξαιτίας της
βαρύτατης ασθένειάς του.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από