Τέσσερις οικογένειες που βρέθηκαν στη δίνη των γεγονότων. Στον κύκλο της
βίας και του αίματος της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη. Έχασαν τους
ανθρώπους τους και η ζωή τους σημαδεύτηκε και ανατράπηκε από τις σφαίρες και
τις ρουκέτες. Η κ. Ελένη Βελούτσου, η κ. Σταυρούλα Αξαρλιάν, η κ. Αννα
Ανδρουλιδάκη και οι γονείς του 26χρονου αστυφύλακα των ΜΑΤ Γιάννη Βαρή μιλούν
για τον θάνατο των ανθρώπων τους, για τις βαθιές πληγές που άφησαν οι
δολοφονικές επιθέσεις της οργάνωσης στους ίδιους και τις οικογένειές τους.
Στις μαρτυρίες τους υπάρχει πόνος και ατέλειωτη θλίψη. Όχι μίσος. Το μόνο που
ζητούν είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στη μνήμη των ανθρώπων που χάθηκαν.


ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΑΞΑΡΛΙΑΝ



«Ήθελε να προλάβει»






Πόνος και θλίψη: «Υπερασπισθείτε τη μνήμη του. Τη μνήμη ενός παλικαριού 20
χρόνων». Η έκκληση της μητέρας του 20χρονου Θάνου Αξαρλιάν που βρήκε τον
θάνατο όταν εξερράγη η ρουκέτα της 17 Νοέμβρη στη διασταύρωση της Βουλής με
την Καραγεώργη Σερβίας. Μια μοιραία σύμπτωση που στοίχισε τη ζωή του άτυχου
νέου και βύθισε στο πένθος την οικογένειά του. Στη μητέρα του Σταυρούλα
Αξαρλιάν έμεινε ο πόνος και η θλίψη για το 20χρονο παλικάρι της που χάθηκε
τόσο άδικα


Το ημερολόγιο δείχνει 14 Ιουλίου. Η κ. Σταυρούλα Αξαρλιάν λίγο πριν από τις
τέσσερις το μεσημέρι ξεκινάει από το εργαστήριό της που την ημέρα εκείνη μένει
ερμητικά κλειστό. Στις 4 και 3 λεπτά βρίσκεται εκεί. Στη γωνία της Καραγεώργη
Σερβίας με την οδό Βουλής. Στο ραντεβού με το χαμένο της παλικάρι. Στη γωνία
του δρόμου όπου στις 14 Ιουλίου 1992 στέγνωσε η ζωή της. Ακολουθεί τα ίδια
βήματα, την ίδια ημέρα και ώρα, όπως και ο Θάνος της. Το παλικάρι των 20
χρόνων που έφυγε τότε από το εργαστήριο της οικογένειας για να πεταχτεί σε μια
δουλειά και δεν επέστρεψε. Έτυχε να βρεθεί σε λάθος τόπο, λάθος ώρα. Μια
μοιραία σύμπτωση, ένα τραγικό παιχνίδι της μοίρας τον έφερε στη γωνία της
Βουλής με τον οδό Καραγεώργη Σερβίας την ώρα που εκρήγνυτο η ρουκέτα η οποία
είχε στόχο το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο τότε υπουργός Οικονομικών
Ιωάννης Παλαιοκρασσάς.


Μια πινακίδα στη μνήμη του αδικοχαμένου παλικαριού βρίσκεται αναρτημένη στη
γωνία για να θυμίζει το σημείο όπου βρήκε τραγικό θάνατο ο Θάνος, χτυπημένος
από τα θραύσματα της ρουκέτας. «Θα πηγαίνω εκεί μέχρι και το δικό μου τέλος.
Με τον ίδιο πόνο, την ίδια θλίψη που κουβαλάω μέσα μου από την ημέρα που η
ρουκέτα της 17 Νοέμβρη γκρέμισε τον κόσμο μου. Είχα μια πολύ ωραία οικογένεια.
Τα τρία μου παιδιά, τα καμάρια μου. Τι να πω για τον Θάνο μου. Ένα δραστήριο
παλικάρι που σπούδαζε στα ΤΕΙ μηχανολόγος, τα βράδια παρακολουθούσε μαθήματα
στο Ντιρί και παράλληλα ερχόταν και στο εργαστήριο για να βοηθάει. Ήθελε να τα
προλάβει όλα. Ένα παιδί πολύ ώριμο για την ηλικία του, με ανοιχτό ορίζοντα για
το μέλλον του. Είχε όνειρα και ελπίδες. Δεν έμεινε τίποτα».


ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΒΑΡΗ



«Λίγα βήματα του στοίχισαν τη ζωή»






Μοναδικό στήριγμα: Μοναδική ελπίδα και παρηγοριά για τον Θανάση και την
Αγγελική Βαρή, γονείς του 26χρονου αστυφύλακα των ΜΑΤ Γιάννη Βαρή, που
σκοτώθηκε από ρουκέτα η οποία έπληξε λεωφορείο των ΜΑΤ, είναι το εγγονάκι
τους. Ο κ. Θανάσης Βαρής θυμάται τις τραγικές στιγμές που έζησε και εκφράζει
το παράπονό του προς την Πολιτεία, αφού πιστεύει ότι η οικογένειά του δεν είχε
τη συμπαράσταση που χρειαζόταν


Ένα αγοράκι που δεν έχει ακόμα συμπληρώσει τα δύο του χρόνια είναι η παρηγοριά
και η ελπίδα ότι η ζωή συνεχίζεται για τους δύο ηλικιωμένους παππούδες του,
Θανάση και Αγγελική Βαρή.


Το όνομα του παιδιού είναι Γιάννης, το όνομα του γιου τους, αστυφύλακα των
ΜΑΤ, ο οποίος έχασε τη ζωή του 26 ετών από τη ρουκέτα της 17 Νοέμβρη που
έπληξε λεωφορείο των ΜΑΤ, στα Εξάρχεια.


«Ακούστηκε πάλι στην οικογένεια το όνομα του χαμένου παλικαριού μας. Κάτι
είναι και αυτό, μια παρηγοριά για το παιδί μας που χάθηκε», λέει συγκινημένος
ο Θανάσης Βαρής.


Έχουν περάσει εννέα χρόνια από τότε. Ήταν ξημερώματα της 2ας Νοεμβρίου του
1991, όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι της οικογένειας, λίγα χιλιόμετρα έξω
από την Πάτρα. Ήταν ένας συγγενής τους. «Με ρώτησε αν είδα το έκτακτο δελτίο
στην τηλεόραση σε μια προσπάθειά του να με προετοιμάσει. Ένα άσχημο προαίσθημα
με κυρίευσε. Χτυπήθηκε με ρουκέτα ένα λεωφορείο των ΜΑΤ μού είπε και ανάμεσα
στους τραυματίες είναι και ο Γιάννης. Μου κόπηκε η ανάσα», περιγράφει ο κ.
Θανάσης Βαρής.


«Η γυναίκα μου, που άκουσε το τηλεφώνημα, κάτι υποψιάστηκε και ξέσπασε σε
κλάματα. Προσπάθησα να την ηρεμήσω και της είπα να μην ανησυχεί. Δεν θυμάμαι
πώς μπήκα στο αυτοκίνητο και πώς έφθασα στην Αθήνα. Πώς έκανα αυτήν τη
διαδρομή. Όταν έφθασα στο Λαϊκό Νοσοκομείο, το παιδί μου είχε ήδη υποκύψει στα
βαριά τραύματα».


Εφιάλτης


Τα δάκρυα δεν έχουν στερέψει για την κ. Αγγελική Βαρή: «Κάθε φορά που ακούμε
γι' αυτήν την οργάνωση, κάθε φορά που ακούμε για μια νέα δολοφονία, ο εφιάλτης
επιστρέφει. Το ίδιο σκηνικό. Μετά τη δολοφονία του γιου μου είχα πει να είναι
ο Γιάννης μου το τελευταίο θύμα. Ο Γιάννης μου δεν ήταν ο τελευταίος και
δυστυχώς... πόσοι ακόμα θα ακολουθήσουν».


Για το μοιραίο βράδυ που χτυπήθηκε με ρουκέτα το λεωφορείο των ΜΑΤ στα
Εξάρχεια, ο Θανάσης Βαρής προσθέτει: «Λίγα βήματα του κόστισαν τη ζωή. Μια
σειρά από τραγικές συμπτώσεις. Κάθονταν στο λεωφορείο και συζητούσαν. Σε
κάποια στιγμή ο Γιάννης σηκώθηκε από το πίσω κάθισμα και πήγε στη θέση του
συνοδηγού. Συζητούσε με τον οδηγό όταν έγινε η επίθεση. Κάποιοι μου είπαν ότι
ο αστυνομικός που είχαν ως σκοπό του λεωφορείου έλειψε για λίγο. Χρόνος
πολύτιμος, όπως φάνηκε, για τους τρομοκράτες που πρόλαβαν και εκτόξευσαν τη
ρουκέτα. Ένας φίκος και ένας μανδρότοιχος έσωσαν τους υπόλοιπους που
βρίσκονταν στο λεωφορείο. Η ρουκέτα εξοστρακίσθηκε και δεν εξερράγη στο
λεωφορείο. Διαφορετικά δεν θα είχε γλιτώσει κανείς. Κομμάτια της ρουκέτας
χτύπησαν το λεωφορείο και ο κλήρος έπεσε στον Γιάννη μας, που στεκόταν όρθιος
δίπλα από τον οδηγό».


Ο κ. Θανάσης Βαρής εκφράζει και τα παράπονά του για την Πολιτεία. «Τόσα χρόνια
δεν είχαμε την παραμικρή συμπαράσταση».


ΑΝΝΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ



Ένα μαρτύριο που κράτησε χρόνια






Δικαστική Οδύσσεια: Ο θάνατος στο νοσοκομείο του εισαγγελέα Κώστα
Ανδρουλιδάκη ύστερα από επίθεση που δέχθηκε από την οργάνωση 17 Νοέμβρη
σημαδεύτηκε από μια πολύχρονη δικαστική περιπέτεια. Το βάρος σήκωσε στους
ώμους της η χήρα του, Άννα Ανδρουλιδάκη. «Το μόνο που ζήτησα ήταν δικαίωση. Να
τιμωρηθούν οι ένοχοι από όποια πλευρά και αν βρίσκονταν», λέει σήμερα


Η σκιά πέφτει βαριά τις εορταστικές ημέρες των Χριστουγέννων και της
Πρωτοχρονιάς στο σπίτι της οικογένειας Ανδρουλιδάκη. Οι ημέρες για την τραγική
επέτειο της δολοφονικής επίθεσης της 17 Νοέμβρη εναντίον του εισαγγελέα Κώστα
Ανδρουλιδάκη πλησιάζουν.


Ήταν Τρίτη, 10 Ιανουαρίου του 1989, λίγα λεπτά μετά τις 8 το πρωί, όταν ο
εισαγγελέας Κώστας Ανδρουλιδάκης έκλεισε για τελευταία φορά την πόρτα του
σπιτιού του στη γειτονιά του Ζωγράφου.


Προχώρησε περίπου 50 μέτρα για να φθάσει στη διασταύρωση των οδών Γιαννοπούλου
και Μουρκούση, όπου είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του. Ξεκλείδωσε την πόρτα
και κάθησε στη θέση του οδηγού. Τότε πλησίασαν οι δράστες και τον πυροβόλησαν
τρεις φορές τραυματίζοντάς τον σε δύο σημεία στο πόδι και στον καρπό του
αριστερού του χεριού.


Από την αρχή φάνηκε ότι οι δράστες δεν επεδίωξαν να δολοφονήσουν τον
εισαγγελέα. Τον πυροβόλησαν στα πόδια, ενώ θα ήταν πολύ εύκολο γι' αυτούς,
καθώς ήταν καθισμένος, να τον πλήξουν σε άλλα σημεία του σώματός του. Και
αυτός ήταν ένας από τους λόγους που χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά 38άρι
περίστροφο και όχι το γνωστό 45άρι τους για να μην του προκαλέσουν εκτεταμένες
ζημιές.


Στο νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε ο εισαγγελέας διατηρούσε τις αισθήσεις του.
Ενώ μεταφερόταν με το φορείο πρόλαβε και έδωσε μια σύντομη περιγραφή για την
επίθεση και τους δράστες. «Ελα, ηρέμησε, το τραύμα σου δεν είναι σοβαρό», του
έλεγε ο τότε διοικητής της Ασφάλειας Γ. Βασιλόπουλος.


Τα πρώτα ιατρικά ανακοινωθέντα ήταν καθησυχαστικά, τις επόμενες όμως ημέρες
άρχισε η ραγδαία επιδείνωση μέχρι που ο εισαγγελέας άφησε την τελευταία του
πνοή στο νοσοκομείο.


«Έσβησε κατακρεουργημένος. Τόσος πόνος και τόση ταλαιπωρία. Δεν θα ξεχάσω τις
φρικτές εικόνες κάθε φορά που τον μετέφεραν στο χειρουργείο για νέο
ακρωτηριασμό. Σαν να ακρωτηρίαζαν κάθε φορά την ψυχή μου. Αυτός είναι ο
εφιάλτης μου. Αυτές οι φρικτές εικόνες με κυνηγάνε. Δεν φεύγουν από το μυαλό
μου», λέει σήμερα η σύζυγος του εισαγγελέα κ. Άννα Ανδρουλιδάκη.


Για την ίδια μόλις άρχιζε η νέα Οδύσσεια. Μια διαδρομή στις δικαστικές
αίθουσες ζητώντας απαντήσεις στα βασανιστικά της ερωτήματα για τις συνθήκες
που οδήγησαν στο θάνατο τον σύζυγό της, στο νοσοκομείο. Ζητώντας να αποδοθεί
δικαιοσύνη.


«Μια μαρτυρική πορεία που κράτησε χρόνια. Και δυστυχώς δεν βρήκα δικαίωση. Και
αυτό με συντρίβει και δεν με αφήνει να ησυχάσω. Δεν τιμωρήθηκαν οι ένοχοι από
όποια πλευρά και αν βρίσκονταν».


ΕΛΕΝΗ ΒΕΛΟΥΤΣΟΥ



«Η δολοφονία ενός απλού οδηγού»






Το μεγάλο λάθος: «Δεν αισθάνομαι μίσος, παρά τα δεινά που έφερε στην
οικογένειά μου η δολοφονική επίθεση. Έχασα τον πατέρα μου από τις σφαίρες της
17 Νοέμβρη και λίγο αργότερα άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τη ζωή της
μητέρας μου. Η λέξη που κυριαρχεί, όταν ακούω για μια νέα δολοφονική επίθεση
της οργάνωσης, είναι η λέξη Λάθος». Η κ. Ελένη Βελούτσου, κόρη του Νίκου
Βελούτσου, οδηγού του πλοιάρχου Τσάντες, χρόνια μετά λύνει τη σιωπή της και
μιλάει για την οδυνηρή πορεία της οικογένειάς της


«Δεν αισθάνομαι μίσος. Όχι, σε καμία περίπτωση δεν θα επιτρέψω στον εαυτό μου
να κατέβει στο επίπεδο να αισθανθεί μίσος. Καθε φορά που ακούω για μια νέα
δολοφονική επίθεση της οργάνωσης, στη μνήμη μου επανέρχονται όλες οι φοβερές
εικόνες που έζησα τότε και η οδυνηρή πορεία της οικογένειάς μου. Μια λέξη όμως
κυριαρχεί: η λέξη λάθος. Λάθος ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τα γεγονότα όποιες
και αν είναι οι επιδιώξεις τους. Θεωρώ ότι αφαιρούν το πιο πολύτιμο στοιχείο,
την ανθρώπινη ζωή, και δεν έχουν αυτό το δικαίωμα».


Δεκαεπτά χρόνια μετά, η κ. Ελένη Βελούτσου, κόρη του Νίκου Βελούτσου, οδηγού
του πλοιάρχου Τζορζ Τσάντες, που έπεσαν στη θανάσιμη ενέδρα της τρομοκρατικής
οργάνωσης 17 Νοέμβρη, λύνει τη σιωπή της.


«Αν με ρωτούσατε πριν από κάποια χρόνια, δεν θα σας απαντούσα. Η πληγή ήταν
τότε ανοιχτή και δεν ήμουν ψυχολογικά έτοιμη για να δώσω ψύχραιμες
απαντήσεις».


Η κ. Ελένη Βελούτσου, τεχνολόγος ιατρικών εργαστηρίων στο Νοσοκομείο
Αλεξάνδρα, με τη δική της οικογένεια σήμερα, κάνει μιά δύσκολη αναδρομή στο
παρελθόν και μιλάει για τη ζωή της που σημαδεύτηκε και ανατράπηκε από τις
σφαίρες της 17 Νοέμβρη. «Ένας αιφνίδιος, βίαιος, τρομοκρατικός θάνατος. Ένα
πρόσθετο βάρος που προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλη την οικογένεια».


Ένα μήνα μετά τη δολοφονία του πατέρα της, η μητέρα της έπαθε το πρώτο
εγκεφαλικό. «Άρχισε η φθίνουσα πορεία για τη ζωή της. Ήταν πολύ δεμένο
ζευγάρι. Ο άνθρωπός της για περισσότερα από 25 χρόνια. Το ένα εγκεφαλικό
διαδεχόταν το άλλο, μέχρι που καθηλώθηκε στο κρεβάτι και πέθανε πριν από λίγα
χρόνια».


Η κ. Ελένη Βελούτσου ήταν το μοναχοπαίδι, το μοναδικό στήριγμα και έπεσαν πάνω
της όλα τα βάρη. «Προσκολλήθηκε σε μένα. Και εγώ αναγκάσθηκα να περιορίσω τις
δραστηριότητές μου για να τη στηρίξω. Ακόμα και όταν παντρεύτηκα και έκανα
δική μου οικογένεια, η μητέρα μου έμενε μαζί μας. Το τραγικό γεγονός κλόνισε
τόσο την υγεία της που δεν μπορούσε πια να επιβιώσει μόνη της. Αυτή η
κατάσταση στο σπίτι, με τη γιαγιά τους να υποφέρει, επηρέασε ακόμα και τα
παιδιά μου».


Στην ήδη φορτισμένη ατμόσφαιρα του σπιτιού προστέθηκε και η παθολογική φοβία
της μητέρας της. «Ακριβώς επειδή κάποιος έφυγε από το σπίτι και δεν επέστρεψε,
η μητέρα μου είχε μία φοβία για όλους μας. Την κυρίευε ο φόβος ότι κάποιος θα
έφευγε από το σπίτι και πως δεν θα τον ξαναέβλεπε».


Περισσότερο με παράπονο, ύστερα από τόσα χρόνια, η κ. Ελένη Βελούτσου δηλώνει
ότι δεν πήρε αποζημίωση για τον πατέρα της που έπεσε θύμα τρομοκρατικής
επίθεσης.


«Δεν πήραμε ούτε μία δραχμή. Απευθυνθήκαμε παντού, ακόμα και στον Συνήγορο του
Πολίτη. Τίποτα. Μας συμβούλευσαν να απευθυνθούμε στο Συμβούλιο της Επικρατείας
και θα έπρεπε να πληρώσω τότε 100.000 δρχ. δικαστικά έξοδα για να εισπράξω μία
εφάπαξ αποζημίωση των 52.000 δρχ. Δεν καταδέχθηκα να το κάνω. Μας είπαν ακόμα
ότι στο αντιτρομοκρατικό νομοσχέδιο προβλεπόταν κάποια αποζημίωση για τα
θύματα. Κενό γράμμα, αφού δεν εφαρμόστηκε. Ούτε από την αμερικανική πρεσβεία
πήραμε αποζημίωση. Μας δήλωσαν ότι επειδή η επίθεση έγινε σε ελληνικό έδαφος,
υπεύθυνη για την αποζημίωση είναι η ελληνική κυβέρνηση. Μας έδωσαν μόνο τη
σύνταξη που εδικαιούτο, ούτε δραχμή παραπάνω».


Σοκ


Σε μια αναδρομή στα γεγονότα, η ίδια έμαθε για την τρομοκρατική επίθεση από τα
πρωτοσέλιδα των έκτακτων εκδόσεων των εφημεριδων. «Βρισκόμουν εκτός Αθηνών και
την προσοχή μου τράβηξαν οι τίτλοι των εφημερίδων στα περίπτερα. Περιέγραφαν
την επίθεση και ανέφεραν ότι ο πατέρας μου, οδηγός του πλοιάρχου Τσάντες, ηταν
βαριά τραυματισμένος. Έπαθα σοκ. Μάζεψα το κουράγιο μου και πήρα τον δρόμο της
επιστροφής στην Αθήνα. Δεν πρόλαβα, γιατί όταν έφθασα στο νοσοκομείο είχε
καταλήξει. Στο νοσοκομείο βρήκα τη μητέρα μου που την είχαν ειδοποιήσει από
την πρεσβεία και συγγενείς. Αυτές τις δραματικές ώρες έπρεπε κάποιος από την
οικογένεια να μείνει ψύχραιμος. Ο κλήρος έπεσε σε μένα. Δεν είχα άλλη
επιλογή».


Αργότερα, ήρθε η ώρα να διαβάσει την προκήρυξη της τρομοκρατικής οργάνωσης με
τους βαρείς χαρακτηρισμούς για τον πατέρα της.


«Το απόλυτο λάθος. Τον παρουσίασαν μπράβο, γορίλα και ανέφεραν λανθασμένα ότι
οπλοφορούσε. Ποτέ ο πατέρας μου δεν είχε πιάσει όπλο στο χέρι του, ούτε ήταν ο
εκπαιδευμένος σωματοφύλακας που παρουσίασαν. Η περιγραφή τους δεν ταιριάζει
καθόλου με τον άνθρωπο που χάθηκε. Ήταν ένας απλός οδηγός, ένας εύσωμος
ηλικιωμένος άνθρωπος. Και αυτή ήταν η δολοφονία ενός απλού οδηγού».


Η κ. Ελένη Βελούτσου αισθάνεται την ανάγκη ύστερα από τόσα χρόνια να
ξεκαθαρίσει τα πράγματα. «Ο πατέρας μου ήταν ο λάθος άνθρωπος. Εργαζόταν 25
χρόνια στην πρεσβεία ως οδηγός σε ενα μικρό πούλμαν. Αυτή ήταν η κύρια
απασχόλησή του. Περίπου δύο μήνες πριν από την επίθεση τού συνέβη ένα ατύχημα
με το πούλμαν. Είχε ήδη συμπληρώσει τα συνταξιοδοτικά του χρόνια, αλλά τον
κρατούσαν μέχρι να γίνει νέα πρόσληψη και να βρεθεί αντικαταστάτης. Για να τον
απαλλάξουν από τη βαριά οδήγηση του πούλμαν τον έβαλαν ευκαιριακά οδηγό στο
αυτοκίνητο του Τσάντες. Ως οδηγός του Τσάντες εργάσθηκε για ελάχιστο χρονικό
διάστημα. Όταν έγινε η επίθεση, απ' ό,τι άκουσα, έσκυψε για να πάρει τη
μοτορόλα προκειμένου να ειδοποιήσει και τότε τον πυροβόλησαν».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από