Οι άνθρωποι που σημάδεψαν την κοινωνική και πνευματική ζωή του αιώνα που
φεύγει, όπως τους σκιαγραφούν ειδικοί συνεργάτες των «ΝΕΩΝ»


«Αφού διαθέτουμε τα καλύτερα στούντιο της Ευρώπης, γιατί δεν κάνουμε
τηλεόραση;». Εκείνος ούτε που τους κοίταξε. Απλώς, με την παροιμιώδη...
στενοκεφαλιά του, μουρμούρισε. «Εγώ ποτέ δεν θα κάνω τηλεόραση». Λίγο πριν
είχε λάβει την ύστατη ταμειακή πράξη θανάτου της Φίνος Φιλμ. «Ο κυρ-Γιώργης
εκπαιδεύεται», η τελευταία παραγωγή του Φιλοποίμενος Φίνου και της Φίνος Φιλμ,
μετά βίας είχε σκαρφαλώσει στην τρίτη θέση των ταμείων της χρονιάς 1976-77.
Όμως το πιο συντριπτικό χτύπημα ήταν τα νούμερα. Πρώτη επιτυχία της χρονιάς
ήταν το... πολιτικο-κουλτουριάρικο «Χάπι ντέι» του Παντελή Βούλγαρη, με 61.
503 εισιτήρια. Τρίτος ο... εμπορικός Κυρ-Γιώργης με τον αείμνηστο Διονύση
Παπαγιαννόπουλο, σε σκηνοθεσία του εμπορικού Γιάννη Δαλιανίδη με 48.888
εισιτήρια. Αυτός ήταν ο τελευταίος καρκίνος. Αληθινός και μεταφορικώς.
Τελευταία παραγωγή, τελευταίο αντίο. Με το που μπαίνει λουκέτο στο στούντιο
της Παιανίας, στο «μεγαλύτερο της Ευρώπης», ο Φίνος με το θρυλικό κατσαβίδι
του φεύγουν για πάντα. «Το Ελληνικό σινεμά ορφάνεψε» διαπιστώνουν φίλοι,
προδότες και εχθροί. Και πράγματι. Με τον θάνατό του, όλα αλλάζουν. Ταινίες,
ρυθμοί παραγωγής, θεματολογία, σχέση ταινιών-θεατών, αίθουσες, εισιτήρια. Τα πάντα.






Το χρονικό του «θανάτου» είχε προαναγγελθεί από τη μεγαλύτερη ελληνική
εμπορική επιτυχία όλων των εποχών. Σημαδιακό κι αυτό και άκρως νεοελληνικό. Ο
Αλέκος Παναγούλιας, πάλαι ποτέ προπονητής της Εθνικής μας ομάδας, είχε
συμπυκνώσει ως εξής τις ελληνικές ακροβασίες: «Τα όρια μεταξύ θριάμβου και
πανωλεθρίας του ελληνικού ποδοσφαίρου είναι δυσδιάκριτα». Ψέμματα; Πριν από
τριάντα χρόνια, το 1969, στα πρόθυρα ελεύσεως της πανωλεθρίας του λεγόμενου
«εγχώριου Χόλιγουντ», στενοί συνεργάτες τον προειδοποιούν (χαμηλόφωνα, να
λέγεται) «Φίνο, το σινεμά περνάει κρίση, όπου να 'ναι τελειώνει». Εκείνος δεν
λέει τίποτε. Απαντάει με «Υπολοχαγό Νατάσα». Η Αλίκη και ο Νίκος Φώσκολος
καταγράφουν τον μέγιστο ελληνικό, ταμειακό θρίαμβο όλων των εποχών: 751.117
θεατές, μόνο στις αθηναϊκές αίθουσες Α' προβολής, πράγμα που πα' να πει πως το
«Safe sex» έχει ακόμα μπόλικο δρόμο να διανύσει μέχρι να προσεγγίσει τη Νατάσα.


ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ ΛΑΡΙΣΗΣ


Η διαδρομή του Φιλοποίμενος Φίνου, εκ της Τιθορέας Βοιωτίας, είναι μικρογραφία
ονείρου. Πώς συνέβη με τον κυρ-Γιάννη Λάτση; Με τον Αριστοτέλη Ωνάση; Τα
οικονομικά μεγέθη τούς χωρίζουν. Το «όνειρο του αυτοδημιούργητου» τους ενώνει.
Παρθένο το προπολεμικό και μεταπολεμικό νεοελληνικό τοπίο. Με μια μαούνα
εισέβαλε ο κυρ-Γιάννης Λάτσης. Με το κατσαβίδι ο Φίνος. Μα, είναι δυνατόν με
ένα κατσαβίδι να γίνεις ο απόλυτος άρχων του ελληνικού Χόλιγουντ; Κι όμως
είναι. Είπαμε, η Ελλάδα ήταν η χώρα της μεγάλης ευκαιρίας.


Τρεις είναι οι σταθμοί του Έλληνα... Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ (θρυλικού παραγωγού
του «Όσα παίρνει ο άνεμος»): Κατσαβίδι-Χόλιγουντ-Ψωροκώσταινα. Απέναντι από
τον Σταθμό Λαρίσης, ο πατήρ Φίνος είχε στήσει το Βαριετέ «Αλκαζάρ» (και
μάλιστα με τη σκηνοθετική υπογραφή του Ορέστη Λάσκου). Ο υιός Φιλοποίμην
ακολουθεί υπάκουα την πατρική εντολή. Σπουδάζει Νομικά, αλλά στη συνέχεια
αρχίζει να «κάνει του κεφαλιού του». Το 1939, σε ηλικία 31 χρόνων, σκηνοθετεί
την πρώτη και τελευταία του ταινία «Το τραγούδι του χωρισμού» με ζεν πρεμιέ
τον Λάμπρο Κωνσταντάρα (μετέπειτα και «Λαμπρούκο») άρτι αφιχθέντα εκ Παρισίων,
με παρτνέρ τη Λήδα Μιράντα. Πού βρήκε τα λεφτά; Αστεία πράγματα. Έτσι και
θέλουν νύφη και γαμπρός... Κάτι από τον Σκούρα, κάτι από τα δικά του έγινε ο «χωρισμός»;


Όμως η μεγαλύτερη ­ σε απόδοση ­ περιουσία τού φέρελπι κινηματογραφιστή ήταν
τόσο μικρή σε όγκο που χωρούσε στην κωλότσεπή του. Έβγαζε κατσαβίδι, άνοιγε,
μαστόρευε, «έκλεινε» και φτου από την αρχή. Προβολείς έχουμε; Όχι, είναι
πανάκριβοι. Έπιανε και έφτιαχνε δικούς του. Τράβελινγκ έχουμε; Πού τέτοια
τύχη, κοστίζει μια περιουσία. Έπιανε και έφτιαχνε. Όλα ήταν δικές του
ευρεσιτεχνίες. Η φήμη του «κύριου Κατσαβίδι» δρασκελίζει τα ελληνικά σύνορα,
και το 1962 με την «Ηλέκτρα» (δικής του συμπαραγωγής με τον Μιχάλη Κακογιάννη)
κερδίζει ειδικό τεχνικό βραβείο Agfa (η αντίπαλη της Kodak εταιρεία). Ήταν
τόσο απίστευτη η λατρεία του για την τεχνική του κινηματογράφου, που το 1964
παράγει τον πρώτο, ελληνικό, στερεοφωνικό ήχο με τα «Κορίτσια για φίλημα», για
να προβληθεί στερεοφωνικά μόνο στο Αττικόν, τη μοναδική αίθουσα που διέθετε
ανάλογη τεχνική υποδομή. Φυσικά, εγκαταστάθηκε στο «δωμάτιο» προβολής,
παραμέρισε τον προβολατζή και άρχισε να ρυθμίζει τα πάντα με το... κατσαβίδι.





Με τη Ζωή Λάσκαρη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη.Τις αγαπημένες του πρωταγωνίστριες


Το ξεκίνημα ήταν δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Οι Γερμανοί εκτελούν τον πατέρα του
και αργότερα συλλαμβάνουν και τον ίδιο. Εκεί αυτός με τη μηχανή, το κατσαβίδι,
τις ευρεσιτεχνίες και το στούντιο στο Καλαμάκι. Οι Γερμαναράδες τον είχαν
βάλει στο μάτι και επιχειρούν έφοδο. Καταστρέφουν το στούντιο και στη συνέχεια
«εξαφανίζουν» τα «Επίκαιρα» που γύριζε επί Κατοχής. Τεράστια κεφάλαια
αποτυπωμένης Ιστορίας ρίπτονται στον Καιάδα της Χιτλερικής μανίας. Όμως ο
Φιλοποίμην είναι ξεροκέφαλος. Το 1943, μέσα στο καταχείμωνο της Κατοχής ιδρύει
τη Φίνος Φιλμ. Ως παραγωγός, όχι ως σκηνοθέτης. Το «Τραγούδι του χωρισμού» δεν
του «βγήκε» και αμέσως κατάλαβε πως το ταλέντο του είναι το «κατσαβίδι», όχι η
σκηνοθεσία. Εδώ που τα λέμε, μισό 1/10 αυτογνωσίας και νιονιού Φίνου να
διέθεταν τα εκλεκτά μέλη της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, ο ελληνικός
κινηματογράφος θα υπέφερε κατά το ήμισυ. Τέλος πάντων.


Πρώτη επιλογή της Φίνος του 1943 το μελό. Τι άλλο; Ο Δημήτρης Ιωαννόπουλος
σκηνοθετεί «Φωνή της καρδιάς» και ο Φίνος βρίσκει την ευκαιρία να εγκαινιάσει
­ εν Ελλάδι ­ την πρώτη σύγχρονη ηχοληψία. Ο ηθοποιός μιλάει και το
μαγνητόφωνο γράφει επιτόπου. Δική του κι αυτή η ευρεσιτεχνία.


Υπήρξε μια εποχή που οι παραγωγοί «έφτιαχναν» σκηνοθέτες. Και σήμερα ­ εν
Αμερική ­ τους «φτιάχνουν», αλλά τότε όλος ο κόσμος του Show ήταν δικός τους.
Ο Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ πριν καταλήξει, άλλαξε καμιά δεκαριά σκηνοθέτες και
ηθοποιούς για το «Όσα παίρνει ο άνεμος». Στα ερείπια της Αθήνας του 1945 τα
πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι. Η διαφορά ανάμεσα στον Φίνο και στη Fox (ας
πούμε) είναι η απόσταση που χωρίζει τη Γη από το Φεγγάρι. Όμως κι αυτός άρχισε
να «φτιάχνει». Παράδειγμα; Ο Αλέκος Σακελλάριος. Γράφει σενάριο με τον τίτλο
«Παπούτσι από τον τόπο σου», το προσκομίζει στον Φίνο και το... κατσαβίδι
αποφαίνεται (περίπου): «Καλό, κάντο» «Μα δεν ξέρω να σκηνοθετώ, να το κάνει ο
Τζαβέλας» (απαντάει ο Σακελλάριος). «Μη σε νοιάζει, θα μάθεις, κάν' το». Και
το έκανε. Εννιά χρόνια μετά ­ το 1954 ­ ο Ντίνος Δημόπουλος προσκομίζει
σενάριο με τον τίτλο «Οι ουρανοί είναι δικοί μας». Επακολουθεί αντίγραφο της
ίδιας ­ με τον Σακελλάριο ­ στιχομυθίας. «Καλύτερα να το σκηνοθετήσει ο
Τζαβέλας», προτείνει ο νεαρός Ντίνος. «Όχι, θα το κάνεις εσύ, μη σε νοιάζει,
θα μάθεις». Και έμαθε και γύρισε και υπέγραψε μερικές από τις πρώτες επιτυχίες
του Ελληνικού Κινηματογράφου. Σάμπως οι Αμερικανοί της πρώτης, ακόμα και της
δεύτερης γενιάς σκηνοθετών ήξεραν; Έμαθαν. Μέσα σε επτά χρόνια ­ από το 1943
μέχρι το 1950 ­ η Φίνος θέτει τα θεμέλια της οργανωμένης ελληνικής παραγωγής.
Πριν καλά καλά περάσουμε στη δεκαετία του '50, ο σαραντάχρονος Φιλοποίμην
αντιλαμβάνεται πως με το κατσαβίδι έχει χτυπήσει φλέβα χρυσού. Οι θεατές του
«Μεθύστακα» του '50 είναι του μεγέθους ενός «Τιτανικού» του '90. Τηρουμένων
των αναλογιών και των εμποδίων. Τότε μόνο οι αίθουσες Α' αθηναϊκής προβολής
«μετρούσαν» εισιτήρια. Για τις υπόλοιπες της επικράτειας ουδείς ­ πλην των
ιδιοκτητών τους ­ ήξερε. Τόσος ήταν ο πανζουρλισμός για τον «Μεθύστακα», που η
Αλίκη ­ έλεγε ­ ξεροστάλιαζε στην ουρά με τη μαμά της δύο τετράγωνα πιο κάτω.


«ΦΕΡΤΕ ΠΙΣΩ ΤΗΝ ΑΛΙΚΗ»





Υπολοχαγός Νατάσσα


Στα τέλη της δεκαετίας του '50 η Φινέικη Αυτοκρατορία ήταν γεγονός. Για να
«υπάρξεις» ως όνομα με απήχηση και ως σταθερό επάγγελμα έπρεπε να χτυπήσεις
την πόρτα του Φίνου. Ο Αυτοκράτωρ έθετε έναν όρο: να μην έχεις συνάψει
συνεργασία με άλλη εταιρεία. Μερικές ­ σπάνιες ­ φορές τον παραβίασε. Όλοι οι
κανόνες έχουν και τις εξαιρέσεις τους. Στην αρχή, λοιπόν, δεν επιθυμούσε να
ανοίξει την πόρτα του στην Αλίκη. Είχε τους λόγους του. Όταν την κάλεσε να
παίξει μία από τις τρεις θυγατέρες της «Θείας από το Σικάγο», εκείνη, η
άβγαλτη, του είπε: «Δεν νομίζετε πως είμαι αρκετά μικρή για να παίξω τη
θεία;». Της έκλεισε την πόρτα και στη συνέχεια ­ λέγεται ­ πως είπε: «Αυτή δεν
θα πατήσει ποτέ εδώ μέσα». Κι όμως πάτησε και (κοινώς) έσκισε. Πάτησε, έφυγε
(από τον Φίνο) ξαναγύρισε και ξαναεπέστρεψε. Μπρος πίσω. «Η σχέση του Φίνου με
την Αλίκη ήταν μια τραμπάλα μεταξύ αγάπης και.. μίσους», θυμούνται άνθρωποι
που τα έζησαν από πρώτο χέρι. Και συνεχίζουν: «Πάρε για παράδειγμα τη
χειρότερη ταινία της "Το πιο λαμπρό αστέρι". Την γύρισε με την εταιρεία
Καραγιάννης -Καρατζόπουλος γιατί ήθελε να πει στον Φίνο "Εγώ είμαι το πιο
λαμπρό αστέρι"». Ο Φίνος είδε την ταινία την πρώτη μέρα το μεσημέρι, κατάλαβε
το νόημα της «επιστολής» και είπε στους συνεργάτες του «φέρτε την Αλίκη πίσω».
Και την έφεραν χρυσή. Ουδείς μπορεί να διαβεβαιώσει για το ακριβές τίμημα,
αλλά οι άνθρωποι του «κύκλου» λένε πως η «εθνική σταρ» εισέπραττε μισό
εκατομμύριο συν ποσοστά για κάθε ταινία της. Σχεδόν τα διπλά από το κασέ της
Τζένης Καρέζη. Παροιμιώδης η αντιπαλότητα των «ευνοούμενων» του Αυτοκράτορα.
Όταν η μία έκλεινε συμβόλαιο με τον Φίνο, η άλλη είχε «κλείσει» με αντίπαλη
εταιρεία. Ουδέποτε μαζί. Η Τζένη, λοιπόν, μια μέρα εφορμά στο γραφείο του
Φίνου απαιτώντας αύξηση του κασέ. Εκείνος με ψυχραιμία ανοίγει το συρτάρι,
βγάζει το τεφτέρι και της δείχνει τα εισιτήρια της Αλίκης. Περίπου της είπε:
«Μου τα φέρνει, της τα δίνω».





Στο γραφείο του


Το 1960 η Ζωίτσα Λάσκαρη είχε πατήσει τα 18, αλλά μέχρι τότε ­ και για πολύ
αργότερα ­ δεν είχε πατήσει το πόδι της σε σχολή θεάτρου. Ο Δαλιανίδης έψαχνε
νέα ονόματα για τον «Κατήφορο» και η Ζωίτσα κερδίζει τον πρώτο, γυναικείο
ρόλο. Αυτό ήταν. Και για τη Λάσκαρη και για τον Φίνο και για τη γυναίκα του
την Τζέλα. Η Ζωή είναι από τους ελάχιστους «υπηκόους» που έμειναν πιστοί στην
Αυτοκρατορία. Το ζεύγος την αγάπησε σαν παιδί του. Με τον «Κατήφορο»
καθιερώνεται μια ολόκληρη φουρνιά ηθοποιών. Από τη Λάσκαρη μέχρι τον Βουτσά. Ο
κατάλογος των ονομάτων και των συνεργατών διευρύνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ακόμα και «αστέρες» του σκεπτόμενου κινηματογράφου εκπαιδεύονται στη Φίνος.
Βούλγαρης, Τάσιος, Τσιώλης, Σταμπουλόπουλος μεταξύ αυτών. Ο Φίνος όμως δεν
υποχωρούσε από τις θέσεις του. Είχε θέσει τα όριά του. Από τη μία το
«κατσαβίδι» (η τεχνική) από την άλλη η «ψυχαγωγία» (ταμεία). Ούτε οι
καλλιτεχνικές περγαμηνές τον αφορούσαν ούτε τα φεστιβάλ ούτε τα «οράματα» των
νέων σκηνοθετών. Όταν διάβασε το «προξενιό της Άννας», είπε στον Βούλγαρη:
«Ξέρεις πόσο σε εκτιμώ, άλλαξε όμως το φινάλε και θα σε βοηθήσω». Ως
συμπαραγωγός στο «Ποτάμι» του Κούνδουρου, άλλαξε το... μοντάζ. Από τις
ελάχιστες καλλιτεχνικές του προσφορές ήταν η συμμετοχή του κατά το ήμισυ της
παραγωγής της «Ηλέκτρας» και η παραγωγή στο «Τελευταίο ψέμα» του Κακογιάννη. Η
Μελίνα γι' αυτόν ήταν ένα τεράστιο, αποκρουστικό στόμα. Λάθος του, μεγάλο
λάθος. Αλλά εδώ κοτζάμ «Στρατηγός» του Χόλιγουντ με το όνομα Τζακ Γουόρνερ
(της ομοτίτλου εταιρείας Warner Bros) παραλίγο να πετάξει έξω με τις κλωτσιές
τον Γουόρεν Μπίτι με «Μπόνι και Κλάιντ». Όσο για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, δεν
είναι γνωστό αν αντάλλαξαν έστω και χειραψία. Το πρώτο πλήγμα έρχεται ­ φυσικά
­ από τον αντίπαλο. Η εταιρεία Καραγιάννης-Καρατζόπουλος εισβάλλει δυναμικά
στο παιχνίδι, ανεβάζει θεαματικά το κασέ και διπλασιάζει τους ρυθμούς
παραγωγής. Ο Φίνος αναγκάζεται να ακολουθήσει, παράγοντας 15 «προϊόντα»
ετησίως. Προσπαθεί ­ και το καταφέρνει ­ να διατηρήσει το αυτό, υψηλό στάνταρ
τεχνικής. Όμως τα «προϊόντα» αλληθωρίζουν προς το Χόλιγουντ. Η κατάρρευση
κυκλοφορεί κάτω από τα πόδια τους. Ο Αυτοκράτωρ εξακολουθεί να επενδύει στη
μανία του. Στην υλικοτεχνική υποδομή. Και διαπράττει ένα από τα μεγαλύτερα
ρίσκα στην ιστορία της νεοελληνικής, ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Με το που
εγκαθίσταται η Ελληνική Τηλεόραση και οι συνεργάτες προειδοποιούν
«τετέλεσται», εκείνος εκταμιεύει τραπεζικά δάνεια για να οικοδομήσει το όραμά
του: τα στούντιο της Παιανίας, από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης εκείνης της
εποχής. Αυτό ήταν το δεύτερο πλήγμα. Κάπου εκεί, με τα δάνεια και με την
προφητεία της επερχόμενης κατάρρευσης, τον επισκέπτεται το πρώτο καρκίνωμα. Η
κατάληξη ήταν ζήτημα χρόνου. Πάντα ο χρόνος έπαιζε παιχνίδι με τον Φίνο. Ίσως
γι' αυτό είχε μανία με τους χρόνους. Όποιος σκηνοθέτης δεν τηρούσε τους
προκαθορισμένους χρόνους, έβλεπε την εξώπορτα της Αυτοκρατορίας, επί της οδού
Χίου. Επτά εβδομάδες έλεγες, επτά είχες. Ούτε μέρα παραπάνω. Μόνο ο ίδιος είχε
δικαίωμα. Όταν είδε το «Κλωτσοσκούφι», εκνευρισμένος είπε: «Ο Νικολινάκος δεν
ταιριάζει για παρτνέρ της Αλίκης. Ξαναγυρίστε το με τον Αλεξανδράκη». Μέσα σε
τρεις δεκαετίες παράγει 175 ταινίες, βγάζει την ελληνική (κινηματογραφική)
τεχνική από τον αραμπά, προπονεί δεκάδες κινηματογραφιστές, καθιερώνει το σταρ
σύστεμ και αναδεικνύει μερικά ονόματα που ο καθένας τους υπηρέτησε εφ ω
ετάχθη: Τζαβέλας, Σακελλάριος, Τσιφόρος, Δημόπουλος, Δαλιανίδης, Φώσκολος.
Αντίστροφες πορείες. Όσο η τεχνική βελτιωνόταν τόσο το περιεχόμενο «άδειαζε».
Έτσι με την εγκατάσταση της μικρής οθόνης, αρχίζει η δεύτερη καριέρα της
Φίνος. Ο ίδιος ούτε που να ακούσει την λέξη «Τηλεόραση». Όμως χωρίς να το
καταλάβει την είχε υπηρετήσει όσο άλλος κανείς.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από