Η βαριά μεταλλική δίφυλλη πόρτα της εισόδου επί της οδού Δημοκρατίας, στην Αγία Παρασκευή, είναι μισάνοιχτη.
Στην κορυφή της το καλλιγραφικά γραμμένο μονόγραμμα – Α και Ι – αποκαλύπτει την ταυτότητα του αλλοτινού ιδιοκτήτη της, του Αλέξανδρου Ιόλα. Και το γεγονός ότι γέρνει εμφανώς μαρτυρά την κατάσταση της βίλας που βρίσκεται ακριβώς πίσω της.
Στον κήπο των περίπου επτά στρεμμάτων, που κάποτε ανάμεσα στις δάφνες, τις μυρτιές και τις τριανταφυλλιές αναδύονταν έργα τέχνης, όπως ένα «Σινιάλο» του Takis, σήμερα βρίσκεται ένας εργοταξιακός οικίσκος, σακιά με τσιμέντο, τυλιγμένα καλώδια.
Στο βάθος, από τα ανοιχτά παράθυρα της βίλας φτάνει ο ήχος από το σβουράκι και η μαρμαρόσκονη σκορπίζεται στον αέρα. Τα πρόσωπα των λιονταριών, πάνω στα οποία πατούν οι κίονες της πρόσοψης, φέρουν έντονα τα ίχνη του βανδαλισμού – κάθε λογής χρώματα – και πλάι στις σκαλωσιές περιμένουν στωικά μέχρι τη στιγμή που θα επανέλθουν στην αρχική τους μορφή.

Στην εποχή, δηλαδή, που κατοικούνταν η βίλα Ιόλα, ως άλλοι φύλακες, υποδέχονταν τους καλεσμένους του ιδιοκτήτη της, που υπήρξε από τις κορυφαίες προσωπικότητες στον χώρο της τέχνης, και προστάτευαν τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς που κοσμούσαν το εσωτερικό της.
Πίσω από την κεντρική είσοδο η εικόνα αλλάζει. Σχεδόν τίποτα δεν θυμίζει μια προηγούμενη επίσκεψή μας, πριν από οκτώ χρόνια, στον χώρο: σκουπίδια και γκραφίτι σε κάθε γωνιά.
Περιττώματα πουλιών και ζώων, χρησιμοποιημένες σύριγγες, ίχνη από μικρές εστίες φωτιάς και μια δυσάρεστη οσμή υγρασίας και εγκατάλειψης. Από τα πρώτα βήματα κιόλας, σήμερα, κατακλύζει τα ρουθούνια η μυρωδιά που αναδίδει ένας φρεσκοβαμμένος χώρος.
Η λάμψη των μαρμάρων στο δάπεδο μετά δυσκολίας καλύπτεται από τη σκόνη του εργοταξίου. Και μόνο ένα μεγάλο γκραφίτι με έντονα μαύρα περιγράμματα και κίτρινες και κόκκινες λεπτομέρειες που θυμίζουν φλόγες στην κορυφή της εσωτερικής μαρμάρινης σκάλας έχει απομείνει ως αναμνηστικό των «μαύρων χρόνων» που έζησε η βίλα Ιόλα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, παρά το γεγονός ότι από το 1998 έχει κηρυχθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού.
«Κι αυτό το γκραφίτι θα παραμείνει ως κομμάτι της ιστορίας της βίλας, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα που σβήστηκαν, συνολικής επιφάνειας περίπου 2.000 τ.μ.», λέει στα «Πρόσωπα» ο Γιώργος Καπερώνης, διευθυντής του έργου αποκατάστασης της βίλας Ιόλα εκ μέρους της εργολαβικής εταιρείας Κοκκίνης Τεχνολογία Κατασκευών ΑΕ.
Έργο που ξεκίνησε το 2023 και θα έχει ολοκληρωθεί, βάσει χρονοδιαγράμματος, στο τέλος της χρονιάς.

ΣΑΝ ΜΟΥΣΕΙΟ
Όσο προχωρούμε στο εσωτερικό της βίλας – της οποίας το συνολικό εμβαδό είναι περίπου 1.720 τ.μ. –, η διαδοχή των δωματίων δημιουργεί την αίσθηση πως βρισκόμαστε σε ένα μουσείο: τα ανοίγματα όλα στην ίδια ευθεία, οι χώροι ψηλοτάβανοι, τα παράθυρα μεγάλα και όταν τα παραθυρόφυλλα ανοίγονται, το φυσικό φως μπαίνει άπλετο.
Τα δωμάτια αυτά κάποτε ήταν γεμάτα έργα τέχνης – δημιουργίες των σημαντικότερων καλλιτεχνών του 20ού κυρίως αιώνα –, τα οποία σε μεγάλο ποσοστό λεηλατήθηκαν όταν η βίλα εγκαταλείφθηκε μετά τον θάνατο του αλεξανδρινού μαικήνα της τέχνης, το 1987, συνέπεια του «πολέμου» μεταξύ των κληρονόμων του, οπότε επήλθαν η λεηλασία και η καταστροφή.
«Είναι ένας εξαιρετικός χώρος, που αποτυπώνει ό,τι συνέβαινε την εποχή που ζούσε ο Ιόλας», λέει ο δήμαρχος Αγίας Παρασκευής Γιάννης Μυλωνάκης και προσθέτει ότι για την αγορά της και την ανακατασκευή της βίλας εκτιμάται ότι συνολικά θα δαπανηθούν περί τα 9 εκατ. ευρώ, ποσό που έχει αντληθεί από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους.
Κι αν κάποιες φορές το βλέμμα παρασύρεται από τα σακιά με τα υλικά, τα εργαλεία, τους πέτρινους νιπτήρες που βρίσκονται στο πάτωμα μαζί με σκόρπια κιονόκρανα και τα λιγοστά γκραφίτι που δεν έχουν ακόμη σβηστεί, η παλέτα των χρωμάτων που απλώνεται στους τοίχους – μονόχρωμο και διαφορετικό κάθε δωμάτιο που ήταν αφιερωμένο σε διαφορετικές περιόδους και θέματα, από την αρχαιότητα έως το Βυζάντιο και τον Πάμπλο Πικάσο – κερδίζει τις εντυπώσεις: λευκό μάρμαρο στο ένα δωμάτιο, έντονο ροζ στο επόμενο, μπεζ στη συνέχεια και μετά γκρίζο.

«Οι επενδύσεις στους τοίχους και στα δάπεδα σε ολόκληρη τη βίλα συνθέτουν ένα μαρμάρινο ψηφιδωτό από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Για να μπορέσουμε να συμπληρώσουμε τα τμήματα που είχαν καταστραφεί ή είχαν υποστεί πολύ έντονες φθορές, χρειάστηκε να εντοπίσουμε τα λατομεία από όπου είχε εξαχθεί το αρχικό υλικό και να αντλήσουμε μάρμαρα από τα ίδια ή γειτονικά – από την Αττική και την Αργολίδα έως την Ηγουμενίτσα και τα Ιωάννινα –, ενώ κάποιες φορές αναζητήσαμε υλικό ακόμη και σε παλαιοπώλες ή σε μάντρες οικοδομών», εξηγεί ο Γ. Καπερώνης.
Η ΑΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ
Μπορεί, όμως, ένα «γυμνό» κέλυφος – ακόμη και αν για την αποκατάστασή του αξιοποιήθηκαν φωτογραφίες και περιγραφές – να αποπνέει έστω και ελάχιστη από την αύρα του ένδοξου παρελθόντος της, με τον πολύτιμο διάκοσμο, τα εντυπωσιακά έπιπλα και εν γένει το γούστο του Αλέξανδρου Ιόλα;
Αρκούν και τα λιγοστά κινητά κατάλοιπα, που γλίτωσαν τον βανδαλισμό ή τη λεηλασία, για να προσφέρουν μια ιδέα τουλάχιστον από εκείνη την αίσθηση: τα μαρμάρινα κολονάκια που οριοθετούσαν τη σκάλα προς τον κάτω όροφο, τα οποία οι έμπειροι μαρμαροτεχνίτες επανατοποθετούσαν την ημέρα της επίσκεψής μας στην αρχική τους θέση.
Το εντυπωσιακό μαρμάρινο τραπέζι που γλίτωσε από την κλοπή καθώς το βάρος του ξεπερνά τον έναν τόνο και του οποίου τα αποκαλυπτήρια αργούν αφού σήμερα παραμένει καλυμμένο για λόγους προστασίας.
Οι από ροζ μάρμαρο Ραβέννας στριφτές κολόνες που κείτονται «τραυματισμένες» στο υπνοδωμάτιο του Αλέξανδρου Ιόλα. Ο σκελετός από ένα ανάκλιντρο που ξέμεινε σε έναν διάδρομο του ισογείου. Η κομψή λευκή μαρμάρινη βιβλιοθήκη στον πρώτο όροφο.
Ακόμη, όμως, και στις γωνιές όπου πλέον κανένα αντικείμενο δεν υπάρχει για να πει μια ιστορία, όσοι έζησαν τον Αλέξανδρο Ιόλα μπορούν να «ντύσουν» τον χώρο με την παρουσία του.
Ενας από αυτούς είναι ο εντεταλμένος δημοτικός σύμβουλος Αγίας Παρασκευής για τη βίλα Ιόλα, Κώστας Χατζηανδρέου, ο οποίος μοιράστηκε μαζί μας μία από τις εικόνες που θυμάται: τον Ιόλα να κάθεται στο κουζινάκι του κάτω ορόφου, κοντά στο υπνοδωμάτιό του, με μια γούνα ριγμένη στους ώμους του, πάνω από τις πιτζάμες του, και σανδάλια, περνώντας ώρες παρέα με τη μαγείρισσα.








