Η εκλογική διαπαιδαγώγηση είναι: ο «μόνος θεσμός είναι ο λαός». Αλλά αυτό εξειδικεύεται στο εφαρμόσιμο: ο μόνος θεσμός είναι ο κομματισμός «για να γίνει η δουλειά σου». Δηλαδή ο δρόμος παράκαμψης και επιτάχυνσης, το «δόντι» στο κομματικό κράτος, αποτελεί τη θεσμική αρτίωση του ελληνικού κράτους.
Πάνω σε αυτή τη λαϊκή αγωγή διεξάγεται η σύγκρουση για τις παρακολουθήσεις, τους πρόσφατους σπαρταριστούς διαλόγους στη Βουλή μεταξύ του διοικητή της ΕΥΠ και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης οι οποίοι διέρρευσαν, αλλά και σε αυτό το φόντο διαβάζεται η άρνηση του εισαγγελέα κ. Τζαβέλλα να πάει στην επιτροπή της Βουλής με το ρηχό επιχείρημα του διαχωρισμού των εξουσιών (άρα με τον επικίνδυνο υπαινιγμό ότι οι εξουσίες δεν μιλάνε μεταξύ τους, ούτε αμφικαθορίζονται).
Είναι συμφιλιωμένος ο λαός με την πρακτική της παράκαμψης (του μέσου, του δοντιού); Αρα έχει πολιτική λειτουργικότητα το επιχείρημα της αποθέσμισης με το οποίο η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση; Εχει ειλικρίνεια η λαϊκή απάντηση στο ερώτημα για το κράτος δικαίου που σημειώνει υψηλά σκορ στις δημοσκοπήσεις; Εχει οφέλη αυτός που επικαλείται τη θεσμική ακεραιότητα (η αντιπολίτευση, δηλαδή) και ζημία αυτός που τσαλαβουτάει, παραχαράσσοντας κανόνες (ήτοι η κυβέρνηση);
Η γενική εικόνα είναι ότι οι κανόνες δικαίου, συνδυαζόμενοι όμως με ατομική οικονομική αποδυνάμωση, έχουν σημαντική επίπτωση στις πολιτικές αξιολογήσεις του λαού. Οταν όμως, όπως διδάσκουν παραδείγματα του παρελθόντος, δεν έχουμε ατομική πτώχευση, τότε οι θεσμοί, η θεσμική κανονικότητα, «μπαίνουν (μαζεύουν) στο στύψιμο».
Για παράδειγμα, την περίοδο της εγωπαθούς δανειοληψίας, όπου ο λαός μπορούσε με έπαρση να κάνει διακοπές πολυτελείας, να αγοράσει ακριβά προϊόντα, ο εργολάβος με τα μισά χρήματα μαύρα μπορούσε να πουλάει ακίνητα και να θησαυρίζει, τότε η διαμαρτυρία για θεσμική ανισορροπία μάλλον δεν υφίστατο.
Οι θεσμοί περισσότερο ήταν άυλα, μακρινά στοιχεία (που μάλλον εμπόδιζαν την ανάπτυξη διά του «αυθαιρέτου», παρά διευκόλυναν) που δεν ήταν δυνατόν να ανταγωνιστούν κάτι τόσο ηδονικό – ένα νέο αμάξι, μια νέα ακριβή αμφίεση. Τι να κάνει η καημένη αίσθηση δικαίου μπροστά στα νάιλον προστατευτικά ενός καινούργιου επιθυμητού προϊόντος; Τότε η άκρατη επιθυμία κατανικάει κάθε κανονιστική ρύθμιση.
Ομως ο «φραπές», ως πρόσωπο, τα αυτοκίνητα πολυτελείας, τα τεράστια ποσά που διένειμε ο ΟΠΕΚΕΠΕ σε μη δικαιούχους, η έπαρση αυτών των καπάτσων και ευνοημένων προσώπων έκαναν το σκάνδαλο πολιτικά επιδραστικό, και όχι η αόρατη, η αφηρημένη δομή των θεσμικών παθολογιών. Οπως επίσης ο κ. Λαζαρίδης έκανε εικονογραφικά ευκρινές αυτό που όλοι γνωρίζουν ότι συμβαίνει: «δικά μας παιδιά» παντού.
Το κράτος δικαίου είναι μια λαμπρή θεωρητική κατασκευή για τα μέτρα της βυθισμένης συνειδησιακής πραγματικότητας. Επομένως, η λαϊκή πεποίθηση που εκφράζεται δημοσκοπικά για την έκλειψη του κράτους δικαίου, ας μην εκλαμβάνεται ως στέρεο μέτρο πολιτικής διαμαρτυρίας, αντίρρησης, κριτικής και συνακόλουθη ένδειξη πολιτικής μετακίνησης. Η μάχη του ραφιού περιθωριοποιεί όλες τις ποιότητες κριτικής.
Ετσι η ακρίβεια είναι μεν μηχανισμός εξέγερσης, είναι συγχρόνως δε και μηχανισμός καταστολής. Οσο στενεύει η διαφωνία στο θέμα των χρημάτων (που λείπουν) τόσο περιθωριοποιούνται οι άλλες ποιότητες μιας πολύπλευρης και ανθεκτικής αντίρρησης. Αυτές οι ποιότητες που κάνουν την αντίρρηση ιδεολογικό σχήμα και πολιτική πρόταση.
Ο Δημήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ








