Ο καθένας έχει το δικαίωμα να κρίνει κατά το γούστο και το κέφι του την επιλογή μιας μαύρης ηθοποιού για τον ρόλο της Ελένης, στην κινηματογραφική Οδύσσεια του Νόλαν. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που και ο δημιουργός της κινηματογραφικής διασκευής του έπους έχει το δικαίωμα να φαντάζεται την Ελένη του όπως θέλει. Μας το επιτρέπει το ίδιο το έπος ή, μάλλον, μας το επιβάλλει.
Πουθενά δεν περιγράφει την Ελένη ο Ομηρος. Δεν μας λέει αν ήταν ψηλή και αγαλματώδης (τσουπωτή), δεν ξέρουμε περίμετρο στήθους, δεν ξέρουμε καν το χρώμα των μαλλιών της. Το μόνο που κάνει ο ποιητής είναι να εξυμνεί την απαράμιλλη ομορφιά της, χωρίς να δίνει κανένα στοιχείο που θα κατευθύνει τη φαντασία του αναγνώστη. Το ίδιο το ποίημα, δηλαδή, δίνει στον αναγνώστη την ελευθερία να δώσει ο ίδιος στην Ελένη τη μορφή που θέλει. Κάποιοι, λ.χ., μπορεί να τη φαντάζονται με μουστάκι. Γίνεται να επέμβουμε στη φαντασία τους, για να τη «διορθώσουμε»;
Ισως μάλιστα τα εισαγωγικά στο ρήμα να μη χρειάζονται, διότι μπορεί η δική τους φαντασία να είναι πιο κοντά στην ιστορική πραγματικότητα: στην Εποχή του Χαλκού, δεν θα ήταν καθόλου σπάνιο να συναντάς γυναίκες με μουστάκι… Εν πάση περιπτώσει, η απροσδιοριστία της ομορφιάς της Ελένης είναι αυτό που κάνει τον γάλλο συμβολιστή ζωγράφο Γκουστάβ Μορό να την απεικονίσει χωρίς πρόσωπο, στον περίφημο πίνακα του 1870.
Εχεις λοιπόν την ελευθερία να απεχθάνεσαι την Ελένη του Νόλαν· αν όμως το παίρνεις προσωπικά και μάλιστα ως προσβολή (κάπου μάλιστα είδα την απίθανη διατύπωση «προσβολή αρχαίων ελληνικών συμβόλων»…), είναι παιδαριώδες και, εφόσον μιλάμε για ενηλίκους, είναι βλακώδες. Προϋποθέτει μια τελείως αυθαίρετη αντίληψη ιδιοκτησίας του ποιήματος, το οποίο πάω στοίχημα ότι οι περισσότεροι από τους θιγόμενους το γνωρίζουν μόνο από τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα».
Το αβάσιμο αίσθημα της ιδιοκτησίας τους κάνει να θίγονται, λες και ο Νόλαν όφειλε να έχει ζητήσει συμμετοχή αντιπροσωπείας του δικού μας υπουργείου Πολιτισμού στο casting της Ελένης. Προφανέστατα, η επιλογή μαύρης ηθοποιού υπηρετεί πολιτική, αλλά και εμπορική σκοπιμότητα, αφού μιλάμε για Χόλιγουντ. Και τι μ’ αυτό όμως; Δεν αναιρεί την ελευθερία του σκηνοθέτη να δίνει στην Ελένη τη μορφή που θέλει.
Αυτοί που ενοχλούνται μάλλον δεν έχουν δει καλλιτεχνικές απεικονίσεις της Ελένης ανά τους αιώνες, για να φρίξουν. Στα ερυθρόμορφα αρχεία παρουσιάζεται με μια μυτόγκα σαν της Κλεοπάτρας. Στις ρωμαϊκές τοιχογραφίες, αλλού τη βλέπεις «καλά κρεατωμένη», κατά την ωραία διατύπωση του Καραγάτση, με ένα μπράτσο σαν φραντζόλα και ένα πρόσωπο σφαιρικό σαν κολοκύθα. Αλλού πάλι τη βλέπεις κάτασπρη σαν το γάλα, με πορτοκαλί φριζέ μαλλί (μια Ρωμαία Βίβιαν Γουέστγουντ).
Οχι μόνο κάθε καλλιτέχνης, αλλά και κάθε εποχή τη βλέπει με τον δικό της τρόπο. Ομως το πιο διασκεδαστικό με όσους θίγονται και αγανακτούν είναι ότι πρόκειται για τους ίδιους που κοκορεύονται ότι «εμείς δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού». Τα δώσαμε μεν, γι’ αυτό καμαρώνουν, όμως διατηρούμε την αποκλειστική χρήση του διακόπτη. Τους κάναμε δηλαδή ένα δώρο, το οποίο όμως παραμένει δικό μας. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνοι που τα βάζουν με τον Νόλαν για τη μαύρη Ελένη, ουσιαστικά, αντιλαμβάνονται τη σχέση τους με τα ομηρικά έπη, όπως ακριβώς αντιλαμβάνονται τη σχέση τους με τον Akylas…
Και μία προειδοποίηση για το τέλος, αφού το μνημόνευσα το παιδί. Ο καημένος ο Akylas πήγε με την αυτοπεποίθηση του «ferto», αλλά η απάντηση που έλαβε ήταν «parto». Μήπως αυτή η αποτυχία προοιωνίζεται κάτι ανάλογο και για το πολιτικό εγχείρημα, που ξεκίνησε χθες από τη Θεσσαλονίκη, υπό την πνευματική καθοδήγηση της γερόντισσας Ακυλίνας (της ομιλούσης την Αραμαϊκήν). Μου περνά από τον νου κιόλας η σατανική σκέψη, μήπως οι σκοτεινοί κύκλοι, που καταδιώκουν τη Μαρία Καρυστιανού, μεθόδευσαν την αποτυχία του Akylas, ξεσπώντας πάνω του το μένος τους για τη γερόντισσα Ακυλίνα.
Σε κάθε περίπτωση, η ρεαλιστική προσέγγιση στη μορφή της Ελένης είναι η χειρότερη. Σκεφτείτε ότι μιλάμε για την Εποχή του Χαλκού, δηλαδή έχουμε πάει πίσω κάπου 35 αιώνες. Μια γυναίκα, με όσα είχε τραβήξει η Ελένη (απαγωγή στα 12 και βιασμός από τον Θησέα, δύο γάμοι και τέσσερα ή πέντε παιδιά, δεν ξέρω πόσοι γκόμενοι ενδιαμέσως…), αν τη βλέπαμε μπροστά μας σήμερα, ως καλοστεκούμενη σαραντάρα για τα μέτρα της Εποχής του Χαλκού, σας πληροφορώ θα το βάζαμε στα πόδια φωνάζοντας «μαμά μου»…








