Δεν είναι τυχαία ή χωρίς σημασία η «σύμπτωση» διαβάζοντας κείμενα αυτοβιογραφικά, εξομολογητικά, ή και συνεντεύξεις τους ακόμη, πολύ σημαντικών ανθρώπων, με την πιο ουσιαστική και ακριβή έννοια της λέξης «σημαντικός», της επιστήμης, της τέχνης, της πολιτικής, να τους δεις να αναφέρονται σε κάτι που είπε η γιαγιά τους ή ο παππούς τους. Μια παρατήρησή τους, μια κρίση τους αξιολογική, κάτι αφοριστικό σε σχέση με τη ζωή ή με τον θάνατο, ακόμα και ένα «σιχτίρισμά» τους, που ενδεχομένως τα ίδια τα εγγόνια τους να το έχουν διατυπώσει, είτε γράφοντας είτε μιλώντας με πολύ εντελέστερο τρόπο σε σχέση με τους παππούδες τους. Σε βαθμό μάλιστα ώστε να συγκροτεί και ένα είδος μιας ανανεούμενης και άσβηστης κληρονομικότητας.

Παραμένει απορίας άξιον πώς γίνεται τον άνθρωπο αυτό, αν και οι μελέτες και τα διαβάσματά του τον έχουν «πληροφορήσει» ή και πλουτίσει με ένα απείρως πιο δραστήριο «υλικό», να παραμένει αμετακίνητα και με ενθουσιασμό υποχείριος σε όσα άκουσε να λένε μια γιαγιά ή ένας παππούς, επιπλέον άγνωστοι και αδιάφοροι για οποιονδήποτε άλλον – εκτός από τον ίδιον.

Μακρύς πρόλογος ή μάλλον είναι τόσο εύφορο το «θέμα», ώστε θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς καν να αναφερθούμε στις γιαγιάδες και τους παππούδες που σχεδόν μας το υπαγόρευσαν, με τα λεγόμενά τους. Πρόκειται για τη γιαγιά της ποιήτριας Διαλεχτής Ζευγώλη – Γλέζου, για τη γιαγιά της πολιτικού Μιλένας Αποστολάκη και τον παππού του ποιητή και μελετητή της λογοτεχνίας Αναστάση Βιστωνίτη. Αναμφισβήτητα, όσο και αν θα τους ήταν αδύνατον να διανοηθούν ότι θα γινόταν να συνυπάρξουν σε ένα κείμενο – ακόμη και αν τους το υποσχόταν κανείς – ή ενδεχομένως πολύ λίγο θα τους ενδιέφερε και αν ήταν βέβαιοι για κάτι σχετικό, δεν παύει ο συνδυασμός τους να στερεώνει μια συνέχεια που μας πληροφορεί με ένα σχεδόν μυστικό τρόπο πως η ζωή όσο μεγάλοι και αν είναι οι κίνδυνοι που την απειλούν – σχεδόν εξωθώντας τη βίαια να αλλάζει – παραμένει τελικά μια υπόθεση, απρόσβλητη, από κάθε είδους απειλή.

Οταν η γιαγιά της Διαλεχτής Ζευγώλη – Γλέζου, το καλοκαίρι του 1906, αρνούνταν στα 92 της χρόνια να ταξιδέψει από το νησί της, την Ανδρο, στη σχεδόν γειτονική Σύρο, ώστε πριν αναχωρήσει από τον κόσμο, τούτο, να έχει βγει έστω μία φορά από το γενέθλιο νησί της, θα της ήταν αδύνατον να φανταστεί πως την ίδια εκείνη στιγμή ισχυροποιούσε μια παρακαταθήκη, όπως θα τη συγκροτούσε και θα μας την παρέδιδε ο Κωστής Παλαμάς με το ποίημά του «Ασάλευτη ζωή». Μια παρακαταθήκη που θα την παρομοίαζε κανείς με μια άπατη δεξαμενή, ώστε να μην έχεις παρά να βάλεις το χέρι σου και να ανασύρεις, είτε τη γιαγιά της Αποστολάκη με το «noblesse oblige» – που επαναλάμβανε διαρκώς – είτε τον παππού του Βιστωνίτη, που όταν θύμωνε με τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, τον άκουγες να λέει «άσ’ τους να πάνε να κουμπουριαστούν».

Ποια συγκλονιστικότερη μαρτυρία ότι ο κόσμος, προκειμένου να υπάρχει αλλά και να μπορεί να συνεχιστεί, χρειάζεται να έχει καταχωρίσει στις αποσκευές του, μαζί με όσα είπαν ο Ρίλκε, ο Ντοστογέφσκι, ο Θερβάντες και όσα έπραξαν ή εκστόμισαν σε μια ανύποπτη στιγμή μια γιαγιά ή ένας παππούς που μόνο συμπτωματικά θα πληροφορηθεί κανείς την ύπαρξή τους;

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail