Στον επόμενο επταετή προϋπολογισμό η πολιτική Συνοχής δεν προβλέπεται να είναι ευρωπαϊκή πολιτική, αλλά απλώς μια προτεραιότητα σε έναν εθνικό φάκελο, δηλώνει στη συνέντευξή της στα «ΝΕΑ» η Κάτα Τούτο, πρόεδρος της Επιτροπής των Περιφερειών της Ευρώπης (CoR). Σχετικά με τη νέα στρατηγική της Κομισιόν για το «δικαίωμα παραμονής» των πολιτών στις χώρες τους, που θα αποσκοπεί στον περιορισμό του brain drain, η ουγγαρέζα πολιτικός, η οποία επισκέπτεται από σήμερα την Αθήνα για δύο ημέρες, θεωρεί ότι θα αποδώσει μόνο εάν δώσει μια κατεύθυνση αποκέντρωσης στις ευρωπαϊκές επενδύσεις, ενισχύοντας τις περιφέρειες.
Η πρόταση της Κομισιόν για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό έχει συναντήσει πολλές αντιδράσεις ιδίως γιατί η χρηματοδότηση της άμυνας και άλλων προτεραιοτήτων αναμένεται να γίνεται εις βάρος των αγροτών και της πολιτικής Συνοχής. Ποια είναι η άποψή σας;
Από την αρχή έχουμε εκφράσει ανησυχίες για το πώς αυτός ο προϋπολογισμός επανασχεδιάζει τα πάντα σχετικά με τον τρόπο που επενδύουμε στην Ευρώπη. Οι ανησυχίες αφορούν το μέγεθος του προϋπολογισμού, τον συγκεντρωτισμό και τη διακυβέρνηση. Οσον αφορά το μέγεθος, στην πραγματικότητα ο προτεινόμενος προϋπολογισμός δεν είναι μεγαλύτερος, είναι μόνο το 1% περίπου της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Δεν υπάρχει πραγματική όρεξη από τα κράτη – μέλη για να δαπανήσουν περισσότερα χρήματα μαζί. Αυτή είναι μια τεράστια απογοήτευση. Σχετικά με τον συγκεντρωτισμό, ο νέος προϋπολογισμός χωρίζεται στην πραγματικότητα σε δύο μέρη. Το ένα δίνεται στις εθνικές κυβερνήσεις. Η πολιτική Συνοχής δεν είναι πλέον ευρωπαϊκή πολιτική, είναι απλώς μια προτεραιότητα σε έναν εθνικό φάκελο. Αυτό ξαναγράφει τις Συνθήκες. Η Ευρώπη των περιφερειών, η επικουρικότητα και η πολιτική Συνοχής βασίζονται στις Συνθήκες. Αυτός ο προϋπολογισμός λέει τέλος στα περιφερειακά σχέδια. Το άλλο μέρος είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένο στην Κομισιόν, οπότε δεν βλέπουμε πραγματικά πώς και πού θα δαπανηθούν τα χρήματα. Τα κονδύλια που διαχειρίζεται σήμερα άμεσα η Κομισιόν επικεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό στις ήδη ισχυρές περιφέρειες, επειδή υπάρχει μια πολιτική κατανομής που βασίζεται στην αριστεία, οπότε το δημόσιο χρήμα ενισχύει όσους είναι ήδη ισχυροί. Αυτή η λογική θα επεκταθεί. Χρήματα από τη Συνοχή και ιδιαίτερα την κοινωνική Συνοχή θα μεταφερθούν στους ισχυρούς.
Οι «φειδωλές» χώρες έχουν ήδη αποκλείσει έναν μεγαλύτερο προϋπολογισμό. Παράλληλα, υπάρχουν ζητήματα που αφορούν κακοδιαχείριση και διαφθορά γύρω από τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Στην Ελλάδα υπάρχει το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ, στην Ισπανία φαίνεται ότι κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης έχουν χρησιμοποιηθεί για κοινωνικές δαπάνες. Αυτά δίνουν επιχειρήματα στις «φειδωλές» χώρες για να στηρίξουν τη θέση τους.
Τα σκάνδαλα δεν βοηθούν ποτέ, αλλά πρέπει να δούμε την πραγματικότητα και την αναλογία. Υπάρχουν δύο κατηγορίες, η διαφθορά και η κακή χρήση, η οποία δεν είναι πάντα τόσο σαφής. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα είναι πολύ αποτελεσματικά στο να παίρνουν πίσω τα χρήματα που αποκαλύφθηκαν ότι δεν είχαν χρησιμοποιηθεί σωστά, τα οποία αφορούν λιγότερο από το 1% των κονδυλίων της ΕΕ. Το 99% δαπανάται και επενδύεται σωστά, δίνοντας σε όλες τις περιφέρειες καλύτερες πιθανότητες ανάπτυξης.
Ωστόσο, βλέπουμε ότι παρά τα κονδύλια Συνοχής πολλά μέρη, απομακρυσμένα μέρη στην Ελλάδα, στην Ιταλία, κινδυνεύουν από ερημοποίηση. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η εξέλιξη αυτή είναι στην πραγματικότητα μια αποτυχία της πολιτικής Συνοχής. Τι πιστεύετε;
Η Ελλάδα λαμβάνει την τρέχουσα περίοδο 21 δισ. ευρώ από τα ταμεία Συνοχής, 3 δισ. ευρώ τον χρόνο, που αντιστοιχούν λίγο πάνω από 1% του ΑΕΠ. Δεν μπορείτε να περιμένετε να συμβεί ένα θαύμα επενδύοντας 1% του ΑΕΠ. Η πολιτική Συνοχής λειτουργεί καλύτερα, αν δεν αντικαθιστά τους εθνικούς πόρους, αλλά προστίθεται στους εθνικούς πόρους. Με την πολιτική Συνοχής κάθε περιοχή έχει μια ευκαιρία, όχι μια εγγύηση, αλλά μια ευκαιρία να αναπτυχθεί επειδή η Συνοχή επενδύει σε αυτή την περιοχή. Ακόμη και τα απομακρυσμένα μέρη είναι συνδεδεμένα μέσω δρόμων, δημόσιων συγκοινωνιών, ψηφιακών μέσων, ενεργειακών δικτύων, υπάρχουν επενδύσεις στις τοπικές επιχειρήσεις, σε δεξιότητες και εργαζομένους. Σε πολλά μέρη, με τη βοήθεια της πολιτικής Συνοχής και των εθνικών επενδύσεων, το brain drain και η μετακίνηση προς το κέντρο αντιστράφηκαν.
Η Επιτροπή θα παρουσιάσει μια στρατηγική για το «δικαίωμα παραμονής» των πολιτών στη χώρα τους. Είναι ένα ζήτημα υψηλού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα, που υποφέρει από brain drain. Τι θα θέλατε να δείτε σε αυτή τη στρατηγική;
Η στρατηγική του «δικαιώματος παραμονής» ή της «ελευθερίας παραμονής» είναι πραγματική μόνο εάν δώσει μια κατεύθυνση στις ευρωπαϊκές επενδύσεις. Οι δημόσιες επενδύσεις και ο προϋπολογισμός της ΕΕ θα πρέπει να ακολουθήσουν αυτή την κατεύθυνση. Θα πρέπει να έχουμε μια αποκεντρωμένη επενδυτική πολιτική που θα βοηθά τις περιφέρειες. Δεν μπορεί κανείς να λέει ταυτόχρονα ότι το δικαίωμα παραμονής είναι σημαντικό σε ευρωπαϊκό επίπεδο και να βάζει την πολιτική Συνοχής να ανταγωνίζεται τα αγροτικά κονδύλια σε έναν εθνικό προϋπολογισμό.
Οσον αφορά την προσιτή στέγαση, πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το ζήτημα;
Θα πρέπει να υπάρχει μια ευρωπαϊκή στρατηγική για τη στέγαση. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Βρυξέλλες θα χτίσουν σπίτια στην Αθήνα. Ενα ζήτημα που ζητείται από κοινού, από τις τοπικές Αρχές, το Ευρωκοινοβούλιο, τους δημάρχους, είναι η ρύθμιση.
Εχουμε ζώνες στρες στον τουρισμό όπου οι βραχυπρόθεσμες μισθώσεις ασκούν πίεση στους κατοίκους. Καταλαβαίνω ότι η Αθήνα, η Βαρκελώνη και επίσης η Βουδαπέστη πειραματίζονται με σχετικές ρυθμίσεις. Αλλά για να ρυθμίσουμε τις βραχυπρόθεσμες μισθώσεις κατά των πολυεθνικών εταιρειών είναι σημαντικό να υπάρχει ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το άλλο ζήτημα που συζητείται είναι ο ρόλος της κερδοσκοπίας και των κεφαλαιακών επενδύσεων στη στέγαση. Υπάρχει μια συζήτηση ότι η στέγαση θα πρέπει να είναι κοινωνική υποδομή και όχι απλώς ένα περιουσιακό στοιχείο της αγοράς. Η Ελλάδα έχει πολλά άδεια σπίτια, εν μέρει λόγω προβλημάτων ανακαίνισης, εν μέρει λόγω κερδοσκοπίας.
Χρειάζεται να περιορίσουμε την κερδοσκοπία. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα που σπάνια συζητείται, ο κοινωνικός κατακερματισμός. Το μέσο μέγεθος νοικοκυριού μειώθηκε κατά περίπου 40% σε λίγες δεκαετίες. Αυτό σημαίνει ότι για τη στέγαση ενός εκατομμυρίου ανθρώπων χρειάζεστε περισσότερες από 100.000 κατοικίες. Ο κοινωνικός κατακερματισμός προκάλεσε πολύ μεγάλη ζήτηση στη στέγαση, που πλήττει επίσης τους νέους, για τους οποίους χρειάζεται συγκεκριμένη κρατική βοήθεια, αλλά και μέριμνα για τη στέγαση φοιτητών. Πάντως, δεν υπάρχει γρήγορη λύση για τη στέγαση και θα πρέπει να παραμείνει στην ατζέντα για τα επόμενα 15-20 χρόνια.








