Τα κομματικά συνέδρια συνήθως δεν απασχολούν ιδιαίτερα τους πολίτες. Για να γίνουν πρώτο θέμα πρέπει να προσφέρουν «δράμα» (συνήθως μέσα από συγκρούσεις προσώπων) ή να είναι συνέδρια επανεκκίνησης που αλλάζουν την εικόνα του κόμματος επανατοποθετώντας το στον χάρτη με νέες ιδέες και πρόσωπα. Το πρόσφατο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας δεν είχε τίποτα από αυτά. Ηταν μια παράσταση ισχύος και επιβεβαίωσης του ίδιου του Πρωθυπουργού. Θα μπορούσε ή θα χρειαζόταν να είναι κάτι διαφορετικό;

Αν κοιτάξουμε το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, μπορούμε να δώσουμε διαφορετική απάντηση ανάλογα με το αν βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο ή μισοάδειο! Το ποτήρι μισογεμάτο λέει κάτι που δεν πρέπει να υποτιμάμε: η ΝΔ αντέχει. Τέσσερα χρόνια κυβέρνησης έπειτα από πανδημία, ενεργειακή κρίση, σκάνδαλα και Τέμπη – και το κόμμα παραμένει στο παιχνίδι. Μια καλοδουλεμένη προεκλογική εκστρατεία, ένας αρχηγός που δεν απειλείται από έναν ισχυρό αντίπαλο και το 30%+ δεν είναι αδύνατο. Σε αυτή τη λογική, το συνέδριο δεν χρειαζόταν να είναι τίποτα άλλο από αυτό που ήταν: μια τελετουργία συσπείρωσης.

Το ποτήρι μισοάδειο, όμως, λέει κάτι πολύ πιο ανησυχητικό.

Το «καθαρό» 21%-25% που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις χωρίς αναγωγή είναι ένα σήμα. Και το σήμα μοιάζει οικείο σε όποιον θυμάται το ΠΑΣΟΚ στα τέλη της δεκαετίας του ’80, εκείνη τη φάση όπου η κόπωση της εξουσίας έχει μετατραπεί σε κάτι βαθύτερο, σχεδόν υπαρξιακό. Η Μελίνα Μερκούρη το είχε πει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Δεν αρέσουμε πια». Τρεις λέξεις που ισοδυναμούσαν με ολόκληρη πολιτική ανάλυση.

Αν η ΝΔ βρίσκεται σε αυτή τη φάση – και υπάρχουν ενδείξεις ότι βρίσκεται –, τότε αυτό που χρειαζόταν δεν ήταν συνέδριο συντήρησης. Χρειαζόταν συνέδριο επανεκκίνησης. Γενναία αυτοκριτική για τις παθογένειες της εξουσίας. Ανοιγμα σε νέα πρόσωπα. Και – πάνω από όλα – ένα όραμα. Κάτι συγκεκριμένο, κάτι που να μπορεί να κινητοποιήσει έστω κάποια τμήματα του εκλογικού σώματος που σήμερα κοιτούν αλλού.

Δεν ακούστηκε τίποτα από αυτά.

Ο,τι ακούστηκε ήταν η σιωπηρή στρατηγική τού «θα αναδειχθούμε μέσα από την κακοφωνία της αντιπολίτευσης». Η ΝΔ ως η μόνη «λογική φωνή» σε έναν θορυβώδη, κατακερματισμένο πολιτικό χώρο. Είναι μια στρατηγική που έχει λειτουργήσει στο παρελθόν. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα λειτουργεί πάντα.

Για να πετύχει αυτή η στρατηγική πρέπει ένα κρίσιμο ποσοστό της κοινωνίας να είναι σχετικά ευχαριστημένο με την κατάσταση στη χώρα και να είναι αποφασισμένο να πάει στην κάλπη για να προστατέψει το σημερινό status quo. Και, αντίστροφα, αυτή η στρατηγική δεν θα φέρει αποτέλεσμα αν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θέλει οπωσδήποτε να εκφράσει την αντίδρασή του. Ισως το κλειδί στις επόμενες εκλογές δεν είναι τόσο τα επιμέρους ποσοστά, των κομμάτων, όσο το ποια από τις δύο τάσεις θα αποδειχθεί πιο ισχυρή. Γιατί αυτό θα καθορίσει και την έκταση της αποχής. Αν απέχει ένα σημαντικό μέρος της πρώτης ομάδας, θα δούμε να επαναλαμβάνεται το φαινόμενο Δούκα στις δημοτικές εκλογές στην Αθήνα. Αν πάλι δεν κινητοποιηθούν τελικά οι δυσαρεστημένοι, η ΝΔ θα αντέξει. Θεωρώ ότι η διαχείριση της ψυχολογίας των ψηφοφόρων σε αυτή την προεκλογική εκστρατεία θα παίξει πολύ μεγάλο ρόλο. Κι είναι ακόμη νωρίς για προβλέψεις.

Ο Χάρης Γούλιος είναι επικοινωνιολόγος, διευθυντής Marketing της Alter Ego Media

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail