Υπάρχει κάτι στην ψυχανάλυση που αποκαλείται «απώθηση ως μηχανισμός άμυνας». Ο όρος ανήκει στον Φρόιντ και ουσιαστικά περιγράφει τον μηχανισμό του εγκεφάλου που, επειδή δεν μπορεί να παραμένει διαρκώς σε κατάσταση συναισθηματικής διέγερσης, απωθεί δυσάρεστες μνήμες και εμπειρίες εξωραΐζοντάς τες, προστατεύοντας έτσι από την ψυχική κατάρρευση.
Τα 11 χρόνια που μας χωρίζουν από το 2015, τότε που κάποιοι έπαιξαν τη χώρα στα ζάρια, έχουν μειώσει την ένταση του δραματικού βιώματος. Απωθήσαμε τις σκηνές γραφικότητας, τις επικολυρικές εξάρσεις, τους βερμπαλισμούς, το υβρεολόγιο. Οσοι καλύπταμε τότε ως ρεπόρτερ τις αγωνιώδεις στιγμές των διαπραγματεύσεων, βλέπουμε με κόμπο στο στομάχι την αριστοτεχνική δουλειά των Βαρβιτσιώτη – Δενδρινού, οι οποίες τότε ήταν ανταποκρίτριες εκεί όπου κρίθηκαν όλα. Στις Βρυξέλλες.
Τη στιγμή που στην Πλατεία Συντάγματος κάποιοι χόρευαν υπό τους ήχους του «Bella Ciao», φορώντας μπερέδες Τσε Γκεβάρα και πανηγύριζαν που «η ελπίδα γύρισε», ευρωπαίοι αξιωματούχοι συναντούσαν υπουργούς οι οποίοι δικαιολογούσαν το λαϊκίστικο σλόγκαν «κατάργηση με έναν νόμο και ένα άρθρο των μνημονίων» με τη φράση «αυτό θέλει ο κόσμος να ακούγεται». Γελώντας σήμερα, ο τότε υπουργός Γ. Σταθάκης περιγράφει πως το «εμείς θα παίζουμε τα νταούλια και οι αγορές θα χορεύουν» ο Αλέξης Τσίπρας το προσάρμοζε γεωγραφικά όπου μιλούσε. «Οταν είχε πάει στην Κρήτη – λέει γελώντας ο Γ. Σταθάκης – είχε πει θα παίζουμε τη λύρα και οι αγορές θα χορεύουν – ένα ευχάριστο λογοπαίγνιο που άρεσε στους Κρητικούς». Το ποιος χόρεψε το είδαν οι πολίτες στον λογαριασμό. Και μάλλον δεν γέλασαν. Ενδεικτικά του πώς μας αντιμετώπιζαν είναι τα λόγια του Μάρτιν Σέλμαϊρ, διευθυντή του γραφείου του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ: «Είχαμε πει όταν θα έρθουν οι υπουργοί να είμαστε υπομονετικοί, συγκρατημένοι, συγκαταβατικοί. Ερχονταν σαν επαναστάτες από τα οδοφράγματα με ανοιχτά πουκάμισα και ρωτούσαν “πού είναι τα λεφτά”».
Λεονταρισμοί ως αντιστάθμισμα της παντελούς έλλειψης διαπραγματευτικού ταλέντου, θεατρινισμοί και έπαρση δυσανάλογη των αποτελεσμάτων. Και ψέματα. «Συμφωνία σταθμός χωρίς μνημόνια και τρόικα» έγραφε το πρωτοσέλιδο της «Αυγής». Σήμερα ο Παναγιώτης Λαφαζάνης παραδέχεται «ουσιαστικά επεκτείναμε το δεύτερο μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση και μάλιστα χωρίς να πάρουμε λεφτά, υποσχόμενοι ότι θα τηρήσουμε όλες τις υποχρεώσεις που δεν πρόλαβαν να εφαρμόσουν οι προηγούμενοι».
Στο μεταξύ στην Ελλάδα ο Γιάνης Βαρουφάκης έκανε βόλτες με την υψηλού κυβισμού μηχανή του και φωτογραφιζόταν σαν ροκ σταρ στο σπίτι του με θέα την Ακρόπολη για το «Paris Match». Στην άλλη μεριά του Ατλαντικού τότε αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ θα περιέγραφε «κάποια στιγμή του είπα, ΟΚ, ας το πάμε μέχρι τέλους, αν η Ελλάδα χρεοκοπήσει και βγει από το ευρώ, ποιο είναι το σχέδιό σας; Και μου είπε, Είσαι καλά; Είμαι ριζοσπάστης μαρξιστής, θα βγούμε στους δρόμους και θα χορεύουμε». Ενώ ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ θυμάται ακόμα τον διάλογο με τον Α. Τσίπρα που του έλεγε περήφανα «εξελέγην με 36% και του είπα δεν με εντυπωσιάζει, αν είχα υποσχεθεί το πρόγραμμα που υποσχέθηκες θα είχα εκλεγεί με 80%». Κωμικοτραγικά σκηνικά, φθηνά τεχνάσματα – όπως τότε που καθυστερούσε η διερμηνεία στο ακουστικό του Ντεϊσελμπλούμ στο υπουργείο Οικονομικών, ενώ δεν δόθηκαν καν ακουστικά στον Τόμας Βίζερ και ντροπιαστικές στιγμές όπως εκείνη που ξέχασαν να φέρουν τον φάκελο με τις ελληνικές προτάσεις.
Εντεκα χρόνια μετά, τα μνημόνια τελείωσαν, η Ελλάδα ανέκτησε την αξιοπιστία της και οι πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου επιχειρούν να επιστρέψουν, βασιζόμενοι προφανώς στον ψυχολογικό μηχανισμό άμυνας που ανέλυσε ο Φρόιντ. Λειτουργεί όπως λένε οι ειδικοί άριστα στις ερωτικές σχέσεις. Μένει να φανεί αν λειτουργεί εξίσου καλά και στην πολιτική.







