Και αν δεν το λέει ευθέως το σύνολο των πολιτικών, το υπαινίσσονται με μισόλογα οι περισσότεροι, ενώ αρκετοί παραμένουν όσοι ανενδοίαστα – κι ανερυθρίαστα – το διατυμπανίζουν: ό,τι κάνουν, το κάνουν για το «κοινό καλό». Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να αναρωτιέσαι τι θα συνέβαινε πραγματικά αν τόσοι άνθρωποι δεν εργάζονταν με την αφοσίωση που προϋποθέτει πάντα ένας υψηλός κι εκ των πραγμάτων ανιδιοτελής σκοπός, αφού φαίνεται να αγνοούν το προσωπικό τους συμφέρον, άρα καθετί μικρόχαρο και μίζερο.

Κυρίως όμως φαίνεται να αποτελεί την εξοχότερη πραμάτεια όσων μετακινούνται, εδώ και μερικά χρόνια, από κόμμα σε κόμμα· αν και στην πραγματικότητα έχει αποδειχθεί τελείως αναποτελεσματική σε σχέση με τους λόγους που κατέστησαν επιτακτική την πραγματοποίηση αυτής της μετακίνησης. Σαν το σημαντικότερο πρόβλημα να παραμένει μια όσο γίνεται πιο ηχηρή δικαιολογία για τη μετακίνησή τους και όχι αυτό που σκεφτόμαστε όλοι μας· ότι είναι η ανάγκη μιας πιο σίγουρης και μακροβιότερης στέγης που υπαγορεύει μια κατά τα άλλα – στην πιο αθώα περίπτωση – επωφελή μετατόπιση, χωρίς κανένα ιδεολογικό πρόσημο και προπάντων χωρίς καμιά – έστω και έμμεση – έγνοια για το «κοινό καλό».

Με αναπόφευκτη επιπλέον συνέπεια, η ηθική χρεοκοπία που συνεπάγεται η εξίσωση, από πλευράς ενός πολιτικού, του «κοινού καλού» με το προσωπικό του συμφέρον, να προκαλεί ένα τέτοιο μπέρδεμα και μια τόση ανυποληψία, όσον αφορά τις ίδιες τις λέξεις, ώστε να μπορεί πλέον να τις χρησιμοποιεί ο καθένας όπως τον βολεύει. Κι ενώ με τους ανθρώπους παραμένει κάτι αξιοθαύμαστο το να μπορείς να τους χαρακτηρίζεις για την ευλυγισία που διαθέτει ένα οποιασδήποτε μορφής λάστιχο, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις λέξεις.

Οσο κι αν δε φαίνεται να υπάρχει σε πρώτη ζήτηση, μια κοινωνία τιμωρεί, όταν της αχρηστεύεις το κυριότερο όργανο που διαθέτει προκειμένου να συνεννοούνται οι άνθρωποι ανάμεσά τους· δηλαδή τις λέξεις, τη γλώσσα. Χώρια που αναρωτιέσαι επιπλέον πώς γίνεται – μιλάμε πάντα για τους πολιτικούς και τις μετακινήσεις τους από κόμμα σε κόμμα – να μην αντιλαμβάνονται, αφού πρόκειται για νοήμονες οπωσδήποτε ανθρώπους, κάτι τόσο απλό που καταντά αχρείαστο όχι να υπογραμμιστεί, αλλά ακόμα και να ειπωθεί. Οτι είναι κάτι άκρως δικαιολογημένο, το σύνολο των πολιτών, ή έστω των ψηφοφόρων τους, ή σε όσους τέλος πάντων απευθύνονται οι πολιτικοί, να σκέφτονται κι αν δεν οργίζονται με έναν κατηγορηματικό τρόπο να επιφυλάσσονται σ’ εκείνους που θέλουν να τους πιστεύουν, παρά τα όσα διαφορετικά τους έλεγαν – και μάλιστα με τόσο μικρή χρονική διαφορά ανάμεσά τους, μια αλλαγή κάτι περισσότερο από ξεκάθαρα καιροσκοπική, ώστε να γίνεται αμέσως αντιληπτή.

Με μια δεύτερη – ακόμη κρισιμότερη – διερώτηση των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται οι πολιτικοί: τι θα εμποδίσει τον οποιονδήποτε πολιτικό που έλεγε το άλφα χθες, και λέει το βήτα σήμερα, να πει το γάμα αύριο, και μάλιστα με την προϋπόθεση της συγγνώμης που αυτόματα του δίνεται, αφού το κάνει για το «κοινό καλό», έστω κι αν η παρατηρούμενη ανακολουθία κάνει τα πράγματα τόσο διαφανή, ώστε μάλλον αγανάκτηση να προκαλεί σε όποιον υπολογίζεται, ως ανίκανος να την αντιληφθεί; Τόσο ολοφάνερες αλήθειες που σκέφτεται κανείς μήπως θα ήταν προτιμότερο για τους συγκεκριμένους πολιτικούς, ενώ μιλούν για τις μετακινήσεις τους, να τις χρεώνονται αποκλειστικά, ως προσωπικό τους όφελος οι ίδιοι. Διαφορετικά είναι σαν να ομολογούν πως αισθάνονται τόσο σπουδαίοι ώστε οποιαδήποτε μετακίνησή τους θα όφειλε, ή μάλλον δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας σωτήριας πολιτικής συνθήκης. Κάτι βέβαια που δεν συμβαίνει.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail