Αποφασισμένος να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου και να πάρω ταξί από το σπίτι μου προς το αεροδρόμιο, καθότι ήμουν με ελάχιστο ύπνο λόγω του επικείμενου ταξιδιού για τη Νίκαια και το Φεστιβάλ των Καννών και δεν άντεχα την ιδέα του λεωφορείου, παρήγγειλα τα χαράματα της χθεσινής Τρίτης ταξί, το οποίο ήρθε να με πάρει στις 3 το πρωί.

Κοντά στα 35 ο ταξιτζής, εξαιρετικά ευγενικός και πολιτισμένος, έδειχνε ότι είχε πραγματικά όρεξη να μιλήσει, παρότι από τη δική μου πλευρά όχι και τόσο, καθώς με απασχολούσε το ταξίδι μπροστά μου. Σκεφτόμουν αν το αεροπλάνο θα είναι στην ώρα του και αν θα πάνε όλα καλά στην ανταπόκριση, όπως και το τι θα βρω στο φεστιβάλ πρώτη μέρα.

Ανέκαθεν, οι πρώτες μέρες στις Κάννες (όπως σε κάθε μεγάλο φεστιβάλ), μέχρι να τακτοποιηθείς και να μπεις στους ρυθμούς τους (που αναγκαστικά γίνονται και δικοί σου), είναι λίγο δύσκολες. Και είχα, βεβαίως, την κούραση της αγρύπνιας. Συν τοις άλλοις το ραδιόφωνο στο ταξί έπαιζε απαλή τζαζ μουσική – κάτι που με είχε ήδη εντυπωσιάσει – και με νανούριζε.

Ομως, να που ο νεαρός επέμενε και μιλούσε και με ρωτούσε πού πάω, τι δουλειά κάνω, όλα αυτά που είμαι βέβαιος αρκετοί τα έχετε συναντήσει, έστω και για μία φορά στη ζωή σας, κατά τη διάρκεια μιας κούρσας μέσα σε ταξί.

Κάπως έτσι, λοιπόν, το ενδιαφέρον μου άρχισε τελικά να κινείται και δεν θα περνούσε πολύς χρόνος μέχρι να παρατηρήσω ότι αυτός ο νεαρός, εκτός από το ότι μιλούσε διαρκώς, χαμογελούσε και διαρκώς. Δεν άντεξα και κάποια στιγμή τού το είπα. «Σας αρέσει να χαμογελάτε, βλέπω… Μπράβο σας. Δεν χαμογελάει πολύς κόσμος στους καιρούς μας».

Οπότε τι επρόκειτο να μάθω στη συνέχεια;

Πρώτον, ότι ο Νέστι – το όνομα του ταξιτζή – γεννήθηκε στη Βόρεια Ηπειρο και ήρθε μαζί με τους γονείς του στην Ελλάδα πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια.

Δεύτερον, ότι ο πατέρας του διατηρούσε ξυλουργική εταιρεία, στην οποία δούλευε και ο ίδιος ο Νέστι, όμως, πρώτα με την οικονομική κρίση και αργότερα με τον COVID-19, μπήκε λουκέτο γιατί οι δουλειές είχαν πέσει κατακόρυφα και δεν «έβγαιναν» οικονομικά.

Τρίτον, ότι ο πατέρας του έμεινε άνεργος και «στο κάτω κάτω ποιος θα τον προσλάμβανε στην ηλικία του;».

Τέταρτον, ότι ο Νέστι, που μέχρι πρότινος δεν είχε ιδέα από επαγγελματική οδήγηση, αποφάσισε να γίνει ταξιτζής γιατί πρώτον έπρεπε να δουλέψει και δεύτερον ήθελε να δουλέψει.

Πέμπτον, ότι ο Νέστι είναι ο μόνος στην τετραμελή οικογένειά του που πλέον φέρνει χρήματα στο σπίτι δουλεύοντας ώρες ατελείωτες. Ο μόνος για τέσσερα άτομα.

Και έκτον, ότι νιώθει «μια χαρά γιατί σίγουρα υπάρχουν και χειρότερα».

Ε, πώς να μη μου κάνει εντύπωση αυτό το λαϊκό παιδί από τη Βόρεια Ηπειρο με το μόνιμο χαμόγελό του στο πρόσωπο; Αυτομάτως άρχισαν να περνούν από το μυαλό μου οι αμέτρητες φορές που έχω εκνευριστεί για ασημαντότητες – επειδή π.χ. δεν μου έφευγε ένα mail ή γιατί δεν μου ερχόταν ή επειδή έχασα ένα λεωφορείο παρά μερικά δευτερόλεπτα. Ανόητοι εκνευρισμοί για τόσους και τόσους ταπεινούς και ασήμαντους λόγους που πολλές φορές σε οδηγούν στο σημείο να χάσεις την ψυχραιμία σου και μετά (αν δεν έχει γίνει κάτι πραγματικά δυσάρεστο) να το σκέφτεσαι και να γελάς. Σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιες χαμογελαστές περιπτώσεις, περιπτώσεις σαν του Νέστι, είναι που τελικά σου δίνουν κουράγιο, γιατί σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι αποτυπωμένη η αλήθεια. Η πραγματική… αλήθεια.

Αυτοί οι ξεριζωμένοι, οι φτωχοί, που αντιμετωπίζουν μυριάδες εμπόδια στη ζωή τους αλλά δεν το βάζουν κάτω. Αυτοί που εξακολουθούν να μάχονται, όσο αλύπητα και αν τους χτυπούν οι καταστάσεις, ο κοινωνικός ρατσισμός, το πολιτικό σύστημα, η αδικία, παλιότερα το ΔΝΤ και ο COVID, και πάντα όλοι αυτοί οι αόρατοι και ορατοί εχθροί της καθημερινότητάς μας. Υπάρχουν και προχωρούν. Χωρίς αγανάκτηση, χωρίς αντικαταθλιπτικά, χωρίς κατάρες και αφορισμούς, χωρίς να βγάζουν τη μούντζα από το τσεπάκι. Ισως το μόνο όπλο τους να είναι ότι σχεδόν πεισματικά αρνούνται να χάσουν το χαμόγελό τους, το οποίο χαρίζουν γενναιόδωρα στους ανθρώπους, όσο και αν αυτοί απορούν.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail