Ωστε λοιπόν ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, έπειτα από πολλή και επισταμένη μελέτη, την οποία ο χρόνος που χρειάστηκε επιβεβαιώνει, έκρινε στην ουσία ότι δεν πιθανολογείται με βεβαιότητα πως η τηλεφωνική επικοινωνία π.χ. του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων με τον υπουργό Αμυνας είχε ως περιεχόμενο την αναδιοργάνωση του στρατού ή προμήθειες εξοπλισμού. Ανέκδοτα διηγούνταν, πλάκες έκαναν μεταξύ τους, διαφωνώντας με το δικαστήριο που «πιθανολόγησε ανεπιβεβαίωτα» τα αντίθετα.

Επομένως η παγίδευση αυτής της τηλεφωνικής επικοινωνίας, κατά τη συλλογιστική του κ. εισαγγελέως, δεν επιβάλλει έρευνα για να διαπιστωθεί από τις καταγεγραμμένες συνομιλίες το περιεχόμενό τους και ενδεχόμενες διαρροές προς τρίτους π.χ. ξένη χώρα, προμηθευτές εξοπλισμών κ.λπ. Δεν αντέχω στον πειρασμό. Το ιδιόλεκτο των εισαγγελέων πάντοτε με εντυπωσίαζε. Αναζητούν και σε άλλα πορίσματα τη «βέβαιη πιθανολόγηση» και τα «αναντίλεκτα συμπεράσματα». Φίλος που ειδικεύεται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις διέκρινε σημάδια πνευματικής ακαμψίας, που δεν βοηθάει πολύ στη δουλειά που έχουν να κάνουν.

Μια ανήσυχη Ρουμάνα εισαγγελέας, της εισαγωγικής βαθμίδας, μπορεί αυτή να πιθανολογούσε μετά βεβαιότητος ότι τα πράγματα είναι προβληματικά και πρέπει να ερευνηθούν κι άλλο. Και πράγματι, η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε ο Διάβολος να πάρει τη μορφή ενός Πλημμελειοδικείου (ένας πρωτοδίκης και ένας εισαγγελέας) που, αφού δίκασε την υπόθεση και συγκέντρωσε αποδεικτικό υλικό εκατοντάδων σελίδων, τόλμησε να κρίνει – αγνοώντας προηγούμενη απόφαση εισαγγελέα (2024) του ΑΠ – ότι πρέπει να διεξαχθεί βαθύτερη έρευνα για το ενδεχόμενο διάπραξης ακόμα και κατασκοπείας. Κι αν σας φαίνεται βαριά η λέξη κατασκοπεία, ακόμη και μια διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών δεν ενδιαφέρει την ασφάλεια του κράτους;

Φαντάζομαι την οργή της Ανώτατης Αρχής, βλέποντας την υπόθεση να ξαναέρχεται στην επικαιρότητα. Πώς είναι δυνατόν να αμφισβητείται η αυθεντία της; Η αντιπαράθεση με την απόφαση των «μικρών» δικαστών υφέρπει σε ό,τι παρουσιάζεται σαν επιχειρηματολογία στο τελευταίο πόρισμα.

Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η εμπειρία πολλών ετών άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος προσθέτει νηφαλιότητα και σοφία. Η εμπειρία όμως δεν είναι αυταξία. Ο Μποστ έλεγε χαριτολογώντας: «Οι αρχαίοι Ελληνες ήταν όλοι σοφοί γιατί μιλούσαν αρχαία ελληνικά». Ετσι και με τους εισαγγελείς. Νομίζαμε ότι ήταν σοφοί επειδή έπαιζαν βαρείς ρόλους και μιλούσαν το εισαγγελικό ιδιόλεκτο.

Η αντιπαράθεση κορυφής με τη βάση είναι άνιση, αυτή τη φορά όχι από άποψη ιεραρχίας αλλά ποιότητας προβληματισμού. Απέναντι στη γνώμη στήθηκε η γνώση. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Το Πουλί της Σοφίας πήρε τη Θέμιδα μαζί του και μετακόμισαν από το «Μέλαθρον», αναζήτησαν στέγη στα «χαμηλά». Αυτά τα «χαμηλά» δίνουν ελπίδα σε όσους προβληματίζονται και πονούν.

Αναζητώντας αιτιολογία και λογικά επιχειρήματα στο πόρισμα, κάπου βρίσκεις ότι δεν μπορεί να γίνει νέα έρευνα στην υπόθεση γιατί δεν υπάρχουν νέα στοιχεία, τα οποία το πλημμελειοδικείο «πιθανολόγησε ανεπιβεβαίωτα» ότι υπάρχουν. Ούτε όμως και τα «σημεία» της υπόθεσης που αποδειγμένα δεν έχουν διευκρινιστεί πρέπει να διευκρινισθούν αλλά ούτε και νέα εκτίμηση των στοιχείων του πρώτου πορίσματος που έθεσε την υπόθεση στο αρχείο δεν επιτρέπεται (γιατί άραγε;).

Η προσπάθεια αποδόμησης του πορίσματος είναι σαν να κλέβεις ξωκλήσι. Δεν υπάρχει ούτε βάση ούτε λογική ούτε και απάντηση στο γιατί μία διεύρυνση της έρευνας και της σκέψης δεν θα εξυπηρετούσε το εθνικό συμφέρον. Το πόρισμα προκάλεσε πολλά επικριτικά σχόλια. Μερικά, η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων τα θεώρησε ανεπίτρεπτα και απαίτησε σεβασμό στη Δικαιοσύνη, παραβλέποντας όμως το ότι τα όρια κριτικής των δικαστικών αποφάσεων, όπως έχουν περιγραφεί από το Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι ευρύτατα.

Αυτά βεβαίως όταν αναζητούμε τα ακραία όρια. Δεν είναι ανάγκη να φθάσουμε εκεί. Αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε νομικό πολιτισμό περιλαμβάνει βεβαίως και το ότι της Δικαιοσύνης της πρέπει σεβασμός. Ποιο «πρέπει» όμως; Αυτό της αστικής ευγένειας, πολλές φορές υποκριτικό και πάντως ρηχό; Δεν είναι ικανοποιητικό. Το καταναγκαστικό «πρέπει», διότι αλλιώς υπάρχουν κυρώσεις; Αυτό πια και αν δεν είναι ικανοποιητικό. Δεν φαντάζομαι λοιπόν ότι αυτού του είδους τα «πρέπει» εννοεί και δέχεται η Ενωση.

Μα, είναι όπως και με τα πρόσωπα. Μερικά εκπέμπουν κύρος και σεβασμό. Και όπως έχει ειπωθεί, είναι δύσκολο να περιγράψεις ακριβώς τι συνθέτει αυτές τις προσωπικότητες, αλλά αν βρεθούν μπροστά σου τις αναγνωρίζεις αμέσως.

Το ίδιο και με τη Δικαιοσύνη, αν έχει λειτουργήσει με τον νόμο και τη συνείδηση του δικαστή. Ακόμη και ο χαμένος και ο καταδικασθείς  γκρινιάζουν μεν αλλά στο βάθος τη δέχονται και τη σέβονται…

Και μιλώντας για σεβασμό στη Δικαιοσύνη, για την κυβέρνηση σεβασμός είναι να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις της.

Πόσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αναμένουν συμμόρφωση της διοίκησης;

Τέλος, ποιον μπορεί να εξυπηρετεί το να μη γίνει νέα έρευνα; Νομίζω πολλούς. Ας υποθέσουμε την κυβέρνηση και με την ευκαιρία να δούμε λίγο τι συμβαίνει στον κόσμο:  Στον Καναδά το 2019, ο επίτροπος Δεοντολογίας απέδωσε ευθύνες στον πρωθυπουργό Τριντό για παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης σε έρευνα εταιρικών σκανδάλων. Το πόρισμα έγινε σεβαστό. Στη Βρετανία, πόρισμα δημόσιου λειτουργού καταλόγισε ευθύνες στον πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον για τα παράνομα κορωνοπάρτι. Ουδείς αμφισβήτησε το γεγονός. Στην Κύπρο, το πόρισμα Πολυβίτου για τα αίτια της έκρηξης στο Μαρί το 2011, με νεκρούς, απέδωσε προσωπικές και θεσμικές ευθύνες στον τότε πρόεδρο Χριστόφια. Στη Βρετανία πάλι το 1983, επί πρωθυπουργίας Θάτσερ, όταν η ΜΙ5 συνέλεξε στοιχεία για το ότι ο αρχηγός των Εργατικών Μάικλ Φουτ και το κόμμα του χρηματοδοτούνταν από τη Μόσχα.

Ολα αυτά αποκαλύφθηκαν γιατί αυτό επιβάλλει η λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.  Κάθε φορά που συμβαίνουν καταχρήσεις της εξουσίας, παραβιάσεις του Συντάγματος και τα θεσμικά αντίβαρα δεν κάνουν χρήση του βάρους τους, οι πολίτες από μια αίσθηση ματαιότητας υπομένουν παθητικά και όλα αυτά καταντούν ρουτίνα, «κοινοτοπία του κακού». Τότε έρχεται στον νου μια γραφή από τον Σαίξπηρ, που βάζει τον Κάσιο να λέει στον Ιούλιο Καίσαρα: «Δεν θα ήμουν λύκος αν οι Ρωμαίοι δεν ήταν πρόβατα».

Ο Γιώργος Κουβελάκης  είναι σύμβουλος Επικρατείας Ε.Τ.,

πρώην υπουργός Δικαιοσύνης

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000