Σε είδος… πολυτελείας μετατρέπονται η ψύξη και – σε δεύτερο βαθμό – η θέρμανση αν δεν αλλάξει κάτι, εξαιτίας του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, καθώς εκτοξεύτηκαν οι τιμές των ορυκτών καυσίμων και όχι μόνο… Για τον λόγο αυτόν, κατά τον πολιτικό μηχανικό και ενεργειακό επιθεωρητή /μέλος του ΔΣ της ΠΟΜΙΔΑ Μάνο Κρανίδη, η μαζική και μελετημένη ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στα νοικοκυριά και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελεί πλέον όχι απλώς μια περιβαλλοντική επιλογή, αλλά μια κρίσιμη ανάγκη. Κι όπως διευκρινίζει, αυτό πρέπει να γίνει όχι στο επίπεδο χονδρικής παραγωγής από τους παρόχους ή μέσω των μονάδων παραγωγής, αλλά απευθείας στο τελικό επίπεδο του καταναλωτή, δηλαδή στο 90% των κτιρίων της χώρας.
Ασπίδα προστασίας
Σύμφωνα με τον ίδιο, η στροφή προς την ανανεώσιμη ενέργεια μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστική ασπίδα προστασίας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ουσιαστικό εθνικό σχέδιο δράσης. «Δεν μιλάμε για τα μεγάλα ή μεσαία έργα παραγωγής, αλλά για τη βιώσιμη επέκταση των ΑΠΕ στα εκατομμύρια ακίνητα της χώρας», διευκρινίζει.
Δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι απογοητευτική, μιας και η Ελλάδα – ακόμη και τώρα – κινείται με αργούς ρυθμούς. Ενδεικτικά, κατά τον Μάνο Κρανίδη, οι συνδέσεις μικρών φωτοβολταϊκών συστημάτων παραμένουν περιορισμένες, με εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περίπου 35.000 εγκαταστάσεις σε όλη τη χώρα – αριθμός δυσανάλογα χαμηλός σε σχέση με το δυναμικό και τις ανάγκες.
Την ίδια ώρα, το κτιριακό απόθεμα παραμένει ενεργειακά απαρχαιωμένο. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι λιγότερο από το 20% των κατοικιών που έχουν κατασκευαστεί πριν από το 2000 έχουν υποστεί ουσιαστική ενεργειακή αναβάθμιση.
Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι αρκετά εκατομμύρια ιδιοκτήτες κατοικιών εξακολουθούν να ζουν σε ενεργοβόρα ακίνητα, με υψηλό κόστος θέρμανσης και ψύξης.
Και το πρόβλημα επιτείνεται από τα χαμηλά εισοδήματα και την περιορισμένη αποταμίευση: ένα μεγάλο μέρος των πολιτών αδυνατεί να καλύψει το αρχικό κόστος επενδύσεων, ακόμη και όταν αυτές αποσβένονται σε λίγα χρόνια, και η ενεργειακή φτώχεια διατηρείται σε ευρύ φάσμα της κοινωνίας.
Οι λύσεις
Σύμφωνα με τον Μάνο Κρανίδη, τα φωτοβολταϊκά συστήματα μπορούν να μειώσουν δραστικά ή και να μηδενίσουν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Οπως λέει, οι ηλιακοί θερμοσίφωνες αποτελούν μια από τις πιο αποδοτικές επενδύσεις για την ελληνική πραγματικότητα, ενώ οι αντλίες θερμότητας και τα σύγχρονα συστήματα ψύξης – θέρμανσης προσφέρουν υψηλή ενεργειακή απόδοση με χαμηλότερη κατανάλωση αν και δεν είναι κατάλληλες για όλες τις περιπτώσεις, καθώς απαιτούν κτίρια με καλή μόνωση.
«Τα οφέλη είναι σαφή: εξοικονόμηση χρημάτων, προστασία από τις διακυμάνσεις της αγοράς ενέργειας, αύξηση της αξίας των ακινήτων και μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η μείωση του ενεργειακού κόστους μπορεί να καθορίσει την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητά τους», επισημαίνει.
Ωστόσο, όπως λέει, το μέλος του ΔΣ της ΠΟΜΙΔΑ, παρά τα προαναφερόμενα οφέλη, η πολιτεία εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο ως εμπόδιο παρά ως επιταχυντής. Η γραφειοκρατία παραμένει ασφυκτική, με πολύπλοκες διαδικασίες και αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων.
«Ο ΔΕΔΔΗΕ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς οι καθυστερήσεις στις συνδέσεις νέων φωτοβολταϊκών και στην ενεργοποίηση παροχών είναι υπερβολικές, ενώ δεν έχουν γίνει οι επενδύσεις για αύξηση της χωρητικότητας των κορεσμένων ηλεκτρικών δικτύων και της αποθήκευσης ενέργειας. Αντίστοιχα, το ΥΠΕΝ δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα πλήρες, ευέλικτο και λειτουργικό πλαίσιο που να διευκολύνει τη μαζική εξάπλωση των ΑΠΕ ευρύτερα στην κοινωνία ώστε τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις να γίνουν παραγωγοί Prosumers. Η πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση για τα φωτοβολταϊκά στα μπαλκόνια είναι θετική αλλά θα πρέπει, μεταξύ άλλων, οι διαδικασίες να είναι πιο γρήγορες και να μειωθεί η γραφειοκρατία», υποστηρίζει ο Μάνος Κρανίδης.
Στο μεταξύ, τα προγράμματα επιδότησης αποδεικνύονται ανεπαρκή. Οι διαθέσιμοι πόροι είναι περιορισμένοι για τις ανάγκες της Ελλάδας και αφορούν μικρό αριθμό δικαιούχων, ενώ οι διαδικασίες ένταξης χαρακτηρίζονται από υπερβολική γραφειοκρατία με αποτέλεσμα τα προγράμματα να ολοκληρώνονται με καθυστέρηση ετών (!).
Αποτέλεσμα; Πολλοί ιδιοκτήτες ακινήτων αποθαρρύνονται πριν καν ολοκληρώσουν την αίτηση και οι ωφελούμενοι είναι λίγοι για τις απαιτούμενες εθνικές ανάγκες.
Επιπλέον, η απουσία δυνατών φορολογικών κινήτρων περιορίζει τη δυναμική της αγοράς. Κοινώς, δεν υπάρχει ένα σταθερό, μακροπρόθεσμο εφαρμόσιμο πλαίσιο που να δίνει σιγουριά στους επενδυτές και ιδιοκτήτες, μικρούς και μεγάλους. «Παράλληλα, τα προγράμματα ευνοϊκών δανείων παραμένουν υποτονικά, με τις τράπεζες να μην τα προωθούν ενεργά και τους όρους να μην είναι πάντα ελκυστικοί», τονίζει ο Μάνος Κρανίδης.
Τι απαιτείται
Οπως λέει, απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, απαιτείται μια τολμηρή και ολοκληρωμένη παρέμβαση: η δημιουργία ενός νέου εθνικού προγράμματος «πλέγματος» για τις ΑΠΕ και την ενεργειακή αναβάθμιση. Ενα πρόγραμμα που θα συνδυάζει χρηματοδότηση, φορολογικά κίνητρα, απλοποιημένες διαδικασίες και ψηφιακή διαχείριση, στα πρότυπα των σύγχρονων υπηρεσιών τύπου gov. Στόχος του προγράμματος θα πρέπει να είναι ο διπλασιασμός των εγκαταστάσεων ΑΠΕ και η μαζική ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσα στα επόμενα τέσσερα έτη.
Παράδειγμα
Ο ίδιος, παραθέτει το εξής παράδειγμα: με βάση έναν ρεαλιστικό σχεδιασμό που θα αφορά περίπου 500.000 κατοικίες, μπορεί να γίνει μια ενδεικτική εκτίμηση προϋπολογισμού. Εάν, όπως αναφέρει, υπολογίσουμε ένα μέσο κόστος επένδυσης ανά κατοικία της τάξεως των 8.000 έως 15.000 ευρώ – που περιλαμβάνει βασικές παρεμβάσεις όπως φωτοβολταϊκά, ηλιακό θερμοσίφωνα και ενεργειακή αναβάθμιση – τότε το συνολικό επενδυτικό μέγεθος κυμαίνεται μεταξύ 4 και 6 δισ. ευρώ. Με ένα μεικτό μοντέλο επιδοτήσεων (30%-50%), φορολογικών κινήτρων και δανείων, η άμεση κρατική συμμετοχή μπορεί να περιοριστεί στα 2 έως 3 δισ. ευρώ σε βάθος τετραετίας.
Πλέον, κατά τον Μάνο Κρανίδη, είναι επιτακτική ανάγκη η άμεση αναβάθμιση και επέκταση των δικτύων ηλεκτρισμού. Ο ΔΕΔΔΗΕ πρέπει να ενισχυθεί σε υποδομές, καλύτερα ψηφιακά συστήματα και ανθρώπινο δυναμικό ώστε να μπορεί να απορροφήσει τη νέα παραγόμενη ενέργεια χωρίς καθυστερήσεις και περιορισμούς. Παράλληλα, όπως επισημαίνει, απαιτούνται ισχυρότερα χρηματοδοτικά εργαλεία και νέα φορολογικά κίνητρα: δυνατότητα έκπτωσης δαπανών ενεργειακής αναβάθμισης από τον ΕΝΦΙΑ, μείωση του ΦΠΑ σε ενεργειακές παρεμβάσεις και εξοπλισμό, καθώς και σταθερό πλαίσιο ενίσχυσης για πολίτες και επιχειρήσεις. Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι πλέον μόνο περιβαλλοντική επιλογή, αλλά ζήτημα κόστους ζωής και οικονομικής αντοχής για τα νοικοκυριά.






