Η επίδοση της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης στις εκλογές που έγιναν τον Φεβρουάριο του 2025 δεν πλησίασε τις αντίστοιχες της Ανγκελα Μέρκελ, τη 15ετία της ηγεμονίας της. Το 28,5% και οι 208 βουλευτές που συγκέντρωσε, ωστόσο, αποδείχθηκαν αρκετά για να αναδείξουν τη CDU/CSU πρώτη και να οδηγήσουν τον επικεφαλής της, Φρίντριχ Μερτς, ενώπιον της Μπούντεσταγκ στις 6 Μαΐου, προκειμένου να διεκδικήσει την ψήφο εμπιστοσύνης για τον ίδιο και την κυβέρνησή του «μεγάλου συνασπισμού» με τους Σοσιαλδημοκράτες.

Η διαδικασία, όμως, επεφύλασσε μια εξαιρετικά δυσάρεστη έκπληξη για τον Μερτς. Κι αυτό διότι στην πρώτη ψηφοφορία έλαβε μόλις 310 ψήφους – ήτοι, 6 λιγότερες από την (αναγκαία) απόλυτη πλειοψηφία και 18 σε σύγκριση με το άθροισμα του αριθμού των βουλευτών που διέθεταν οι κυβερνητικοί εταίροι, με βάση το εκλογικό αποτέλεσμα. Χρειάστηκε δε μια δεύτερη, το ίδιο απόγευμα, για να απομακρυνθεί ο εφιάλτης πάνω από τον Μερτς και συνολικά το Βερολίνο – έστω και αν είχε και σε αυτή 3 απώλειες, καθώς συγκέντρωσε 325 αντί 328 ψήφων.

Αποδοκιμασία με το «καλημέρα»

Οι φήμες, πάντως, οργίασαν. Ηταν, άραγε, κάποιοι από τους «δικούς» του που επέλεξαν να τον αποδοκιμάσουν με το… καλημέρα; Ή, μήπως, επρόκειτο για βουλευτές του SPD οι οποίοι εξέφρασαν, με αυτόν τον τρόπο, τη διαφωνία τους στην απόφαση της ηγεσίας να καταστήσει για μια ακόμη φορά το ιστορικό κόμμα ουραγό των Χριστιανοδημοκρατών;

Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα υπήρξε ξεκάθαρο για τον Μερτς: ήταν ο πιο αδύναμος καγκελάριος στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας, καθώς ουδείς προκάτοχός του είχε χάσει ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή. Ταυτόχρονα, ήταν προφανές πως θα βρισκόταν εξαρχής σε ένα καθεστώς ιδιότυπης πολιτικής ομηρείας. Με άλλα λόγια, θα ήταν ένας καγκελάριος υπό προθεσμία, με τους αντιπάλους του, την οικονομική ελίτ και την κοινωνία να τον παρακολουθούν και να τον αξιολογούν διαρκώς, περιμένοντάς τον στη… γωνία!

Εναν χρόνο αργότερα, ο Μερτς μπορεί να μην αμφισβητείται ευθέως και ανοιχτά, δύσκολα όμως μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως είναι πιο δυνατός και σταθερός. Ούτε, βεβαίως, ότι έχει πείσει για τις ικανότητές του να βγάλει τη Γερμανία από τη στενωπό της σοβαρότερης ίσως κρίσης που έχει αντιμετωπίσει, οικονομικής και γεωπολιτικής ταυτόχρονα, διατηρώντας παράλληλα την ηγεμονία στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ζητείται «πυξίδα»

Τα πολιτικά σχόλια σε αρκετά ΜΜΕ είναι ενδεικτικά του κλίματος που επικρατεί. «Ο καγκελάριος είναι δεμένος με αλυσίδες», είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος ανάλυσης στην FAZ, την οποία αρκετοί θεωρούν «ναυαρχίδα» των συντηρητικών μίντια της Γερμανίας. «Η πολιτική δεν είναι κάποια σειρά του Netflix», είναι ο αντίστοιχος άρθρου στο Der Spiegel, που παραδοσιακά πρόσκειται στη Σοσιαλδημοκρατία.

Είναι αλήθεια πως ο Μερτς έχει επιχειρήσει μια σειρά από τομές, σε διάφορα επίπεδα, συνειδητοποιώντας την κρισιμότητα της κατάστασης.  Θεωρητικά δε, έχει τρία ακόμη χρόνια στη διάθεσή του για να διαψεύσει τους οιωνούς και τις δημοσκοπήσεις. Η έλλειψη «πυξίδας», όμως, είναι εμφανής – κι αυτό δεν θα τον βοηθήσει.

Η Γερμανία του Μερτς

Οικονομία: Φλερτάροντας με την ύφεση

Η Γερμανία μπορεί να παραμένει μια αδιαμφισβήτητη οικονομική υπερδύναμη και η χώρα με το τρίτο υψηλότερο ΑΕΠ παγκοσμίως (πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα), εδώ και καιρό όμως έχει πάψει να θεωρείται ως η «ατμομηχανή» της Ευρώπης. Πολλοί, μάλιστα, την έχουν χαρακτηρίσει ως τον νέο «μεγάλο ασθενή», καθώς τα τελευταία χρόνια κινείται στο όριο της ύφεσης, το οποίο κάποιες φορές έχει ξεπεράσει. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ενώ το 2026 θεωρούνταν ως έτος ανάκαμψης, μετά τις απογοητευτικές επιδόσεις των δύο προηγούμενων, η κρίση στον Περσικό έχει οδηγήσει ήδη σε αναθεώρηση, με την ίδια την κυβέρνηση να προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 0,5%. Κι αυτό, ενώ ο αριθμός των ανέργων έχει ξεπεράσει το ψυχολογικό όριο των 3 εκατομμυρίων.

Εσωτερική πολιτική: Στην «πλάτη» της Ακροδεξιάς

Η κατάσταση της οικονομίας και η δυσφορία σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, σε συνδυασμό με το «αγκάθι» του Προσφυγικού, φυσούν ούριο άνεμο στα πανιά της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), η οποία από το 2025 είναι αξιωματική αντιπολίτευση, διπλασιάζοντας το ποσοστό της στο 20,8% και συγκεντρώνοντας 152 βουλευτές. Το αποδεικνύουν, άλλωστε, τόσο οι δημοσκοπήσεις όσο και τα αποτελέσματα των εκλογών στα κρατίδια. Οι πρώτες φέρνουν σταθερά την AfD στην πρώτη θέση, με ποσοστό που προσεγγίζει ολοένα περισσότερο το 30%, ενώ το αντίστοιχο της CDU/CSU υποχωρεί κάτω από το 25%. Η τάση επιβεβαιώνεται στις τοπικές εκλογές που έχουν διεξαχθεί φέτος: σε Βάδη – Βυρτεμβέργη και Ρηνανία – Παλατινάτο η AfD είχε μεγάλη αύξηση και άγγιξε το 20%, ποσοστό που μέχρι πρόσφατα ήταν αδιανόητο στη Δυτική Γερμανία.

Εξωτερική πολιτική: Μεταξύ Τραμπ, Σι και Ουκρανίας

Λίγο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, ο τότε καγκελάριος Ολαφ Σολτς είχε χρησιμοποιήσει τον όρο «Zeitenwende» (αλλαγή εποχής, σε πιο ελεύθερη μετάφραση), αντιλαμβανόμενος ότι η Γερμανία βρισκόταν σε ένα ιστορικό σημείο καμπής και όφειλε να αλλάξει πολλά. Εκτοτε έχει κυλήσει αρκετό νερό στο αυλάκι, όμως ούτε ο Σολτς ούτε ο Μερτς έπεισαν για τις προθέσεις τους και το Βερολίνο βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί. Ετσι, ο νυν καγκελάριος κατηγορεί τον Τραμπ ότι εγκαταλείπει το διεθνές δίκαιο και γελοιοποιείται από την Τεχεράνη, ταυτόχρονα όμως τον στηρίζει σε πολλά και βάζει βέτο σε οικονομικά αντίμετρα κατά των ΗΠΑ λόγω δασμών. Οσο για την Κίνα και τον Σι, θεωρούνται μεν στρατηγική απειλή, όμως οι Γερμανοί τρέμουν μήπως κλείσουν την αγορά τους στις επιχειρήσεις τους.

Ευρώπη: Μπρα ντε φερμε τον Μακρόν

Το παραδοσιακό δόγμα ήταν ότι η Ευρώπη έχει ανάγκη μια ισχυρή Γερμανία και η Γερμανία μια ισχυρή Ευρώπη. Πλέον, μοιάζει να έχει αναθεωρηθεί. Βεβαίως, Βερολίνο και Παρίσι συμφωνούν, σε γενικές γραμμές, στη στάση τους απέναντι στο Κίεβο, δεσμευόμενα να το στηρίξουν με «ό,τι χρειαστεί, για όσο χρειαστεί». Παράλληλα, όμως, κινούνται σε τροχιά σύγκρουσης σε άλλα ζητήματα, καθώς ο Μακρόν επιδιώκει να εκμεταλλευτεί την αδυναμία του Μερτς, ο οποίος με τη σειρά του προσπαθεί να διατηρήσει τα σκήπτρα όπου η χώρα του τα είχε και να τα πάρει όπου υστερούσε. Απόδειξη αποτελούν, αφενός, το βέτο του Βερολίνου στα ευρωομόλογα και η επιμονή του σε πιο σκληρό προϋπολογισμό της ΕΕ και, αφετέρου, το θηριώδες εξοπλιστικό πρόγραμμα της Γερμανίας, με στόχο να την καταστήσει την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000