Η μεγάλη Ιστορία προσφέρεται για μυθοπλασία, αλλά τις ίδιες αφορμές δίνουν και οι «ρωγμές» της ή οι μικροϊστορίες. Μία τέτοια εντόπισε η γνωστή συγγραφέας Λεία Βιτάλη για να χωρέσει ένα σύμπαν: την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης και την επαύριό της με αφορμή τη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη. Είναι ένα γεγονός που πυροδοτεί την «Οργή των μικρών ανθρώπων», όπως τιτλοφορείται το μυθιστόρημά της που κυκλοφορεί από τις εκδ. Πατάκη. Ο πατέρας Κολοκοτρώνης αναλαμβάνει να βρει τον δολοφόνο του Πάνου και στην έρευνά του αυτή φέρνει στο φως μυστικές συμφωνίες και δολοπλοκίες Ευρωπαίων αλλά και Ελλήνων που ήθελαν να χειραγωγήσουν την επανάσταση προς όφελός τους.

Ο θάνατος του Πάνου Κολοκοτρώνη θυμίζει τα ιστορικά τραύματα με τα οποία συνδέεται η εποχή της Επανάστασης. Αλλά οι χαρακτήρες την ζουν αντι-ηρωικά. Πώς επιλέξατε να εντάξετε αυτό το τραύμα στην καθημερινότητα των «μικρών ανθρώπων»;

Ο θάνατος του Πάνου Κολοκοτρώνη δεν με ενδιέφερε μόνο ως μέγιστο ιστορικό γεγονός, αλλά και ως ρήγμα. Ενα ρήγμα που δεν σκάβει μόνο στο σώμα της Ιστορίας, αλλά και μέσα στους ανθρώπους. Οι «μικροί» άνθρωποι δεν έχουν το προνόμιο του ηρωισμού, ζουν την Ιστορία σαν κάτι που τους συμβαίνει και όχι σαν κάτι που διαμορφώνουν. Γι’ αυτό και το τραύμα εντάσσεται στην καθημερινότητά τους σχεδόν αθόρυβα, όπως εντάσσεται κάθε μεγάλη απώλεια, γίνεται μέρος της σιωπής τους, της φθοράς τους, της ανάγκης τους να συνεχίσουν. Η Ιστορία, ναι, λειτουργεί ως καθρέφτης αλλά ένας καθρέφτης θολός, που δεν επιστρέφει μεγαλοπρέπεια, μόνο τη συλλογική μας ευθραυστότητα. Ωστόσο η δολοφονία του Πάνου, του πρωτότοκου γιου του Θ. Κολοκοτρώνη, υπήρξε για το μυθιστόρημα ένας μοχλός καθώς, με τη λογοτεχνική φαντασία, ο πατέρας Κολοκοτρώνης αναλαμβάνει τη διαλεύκανση αυτής της ύπουλης δολοφονίας και με αυτόν τον τρόπο περνάει η ιστορία της επανάστασης με μια αλλιώτικη οπτική. Αυτή η προσέγγιση δίνει στο μυθιστόρημα αστυνομική δομή. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να προσθέσω ότι ο Πάνος προοριζόταν για κυβερνήτης της νέας χώρας αλλά είχε τη μοίρα του Καποδίστρια, πριν από εκείνον, καθώς ξένες και ντόπιες δυνάμεις δεν ενέκριναν κυβερνήτη Ελληνα.

Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσετε ανάμεσα στα ιστορικά γεγονότα και την προσωπική ψυχολογία των ηρώων; Θέλατε να γράψετε ένα ιστορικό μυθιστόρημα ή μια ιστορία για το πώς οι μεγάλες αλλαγές συνθλίβουν τον «μικρό άνθρωπο»;

Η ισορροπία ανάμεσα στο ιστορικό γεγονός και την εσωτερική ζωή των ηρώων είναι πάντα μια ευαίσθητη διαπραγμάτευση. Δεν με ενδιέφερε αποκλειστικά να αποδώσω την ιστορία όπως απαντάται στα επίσημα αρχεία, αλλά με αλήθεια ανθρώπινη. Τα γεγονότα καταγράφονται, αλλά αυτό που με αφορά είναι πώς εγγράφονται πάνω στο σώμα και μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Δεν ήθελα να γράψω απλώς ένα ιστορικό μυθιστόρημα αλλά περισσότερο μια ιστορία για το πώς οι μεγάλες αφηγήσεις, επανάσταση, ελευθερία, έθνος, συνθλίβουν εκείνους που δεν έχουν φωνή μέσα σε αυτές. Εκεί βρίσκεται, για μένα, η ουσία. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να διευκρινίσω ότι ίσως για πρώτη φορά ο ήρωας Κολοκοτρώνης αντιμετωπίζεται με την ανθρώπινη υπόστασή του αναδεικνύοντας τα τρία πρόσωπα που ανακάλυψα μέσα σε αυτόν: τον οργισμένο ατίθασο επαναστάτη, τον κατατρεγμένο και πονεμένο πατέρα που του δολοφόνησαν τον γιο του και τον γλεντοκόπο και ερωτικό άντρα. Χωρίς να θέλω να υποβιβάσω την αξία του ήρωα, θέλησα να αποκαλύψω την αλήθεια του.

Ο τίτλος μιλάει για την «οργή». Οι χαρακτήρες σας φαίνονται να παλεύουν περισσότερο με τους «εσωτερικούς» τους δαίμονες παρά με τους εξωτερικούς εχθρούς ή τους Ευρωπαίους που κινούν τα νήματα στο παρασκήνιο. Είναι η «οργή» τους ένα αποτέλεσμα της διάψευσης των προσδοκιών τους;

Η οργή των «μικρών ανθρώπων» είναι διττή. Υπήρχε πριν από την επανάσταση και εξακολούθησε με την ίδρυση του νέου κράτους. Στρέφεται τόσο προς τον εξωτερικό εχθρό, όσο και προς τη βαθιά διάψευση. Η υπόσχεση ενός νέου κόσμου που δεν ήρθε ποτέ όπως τη φαντάστηκαν. Οι «εχθροί» δεν είναι μόνο οι ξένοι ή οι πολιτικές δυνάμεις. Είναι και η ίδια η ματαίωση, η αίσθηση ότι θυσιάστηκαν για κάτι που δεν τους χωρά.

Επιστρέφετε σε μια απαιτητική ιστορική περίοδο. Τι χρειάστηκε να ερευνήσετε προκειμένου να αποδώσετε τη γλώσσα, την ατμόσφαιρα και το ψυχολογικό «τοπίο» του 19ου αιώνα;

Η έρευνά μου μαζί με τη συγγραφή διήρκεσαν πέντε χρόνια. Χρειάστηκε να ακουμπήσω σε ιστορικές πηγές Ελλήνων και ξένων, σε απομνημονεύματα, σε γλώσσα παλαιότερη, όχι μόνο για να την αναπαράγω στους διαλόγους αλλά και για να την αφουγκραστώ. Με ενδιέφερε η ατμόσφαιρα, λίγο-πολύ μαγική της εποχής, το πώς σκεφτόντουσαν, πώς σιωπούσαν, πώς άντεχαν. Δεν έγραψα βέβαια με τη γλώσσα του 19ου αιώνα, αλλά με τη μνήμη της. Να υπάρχει η αίσθηση του παρελθόντος, χωρίς να γίνεται εμπόδιο στην ανάσα του σημερινού αναγνώστη. Οσο για το ψυχολογικό τοπίο, εκεί η έρευνα γίνεται πιο υπόγεια. Δεν αλλάζουν τόσο οι άνθρωποι όσο οι συνθήκες που τους περιβάλλουν. Ο φόβος, η απώλεια, η ανάγκη για νόημα, αυτά παραμένουν ίδια. Προσπάθησα, λοιπόν, να πλησιάσω τους ήρωες όχι ως «ανθρώπους μιας άλλης εποχής», αλλά ως ανθρώπους εκτεθειμένους, όπως είμαστε όλοι.

Πώς επηρέασε η θεατρική σας παιδεία τη δόμηση των διαλόγων και την ένταση των σκηνών σε ένα τόσο εκτενές πεζογράφημα;

Η θεατρική μου εμπειρία είναι πάντα παρούσα, ακόμη κι όταν δεν το επιδιώκω συνειδητά. Ο διάλογος, για μένα, δεν είναι απλώς ανταλλαγή λόγων. Είναι σύγκρουση, παύση, βλέμμα που δεν γράφεται αλλά υπονοείται. Από το θέατρο έχω μάθει να ακούω τι δεν λέγεται, να εμπιστεύομαι τη σιωπή όσο και τη λέξη. Αυτό επηρέασε φυσικά τη δόμηση των σκηνών. Σε ένα εκτενές πεζογράφημα, ο κίνδυνος είναι να χαθεί αυτή η ζωντάνια. Το θέατρο, όμως, με κρατά σε μια εγρήγορση, κάθε σκηνή πρέπει να έχει παλμό. Να έχει την ανάγκη της ύπαρξής της. Και ίσως τελικά αυτό να είναι που μεταφέρει μια αίσθηση παρόντος, ακόμη κι όταν αφηγείσαι το παρελθόν.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000