Σε μια έρευνα που πραγματοποίησε ένας άλλος ψυχολόγος, ο Ιγκόρ Γκρόσμαν, τα άτομα που έλαβαν μέρος συμφώνησαν ότι είναι πράγματι απολύτως ορθολογικό να κρατήσει όλο το ποσό ο Προτείνων. Αν όμως αυτός ο παίκτης θέλει να χαρακτηριστεί «λογικός» (reasonable), θα πρέπει να προσφέρει στον Εισπράττοντα ένα αξιοσημείωτο μέρος του ποσού, γύρω στο 40-50%.
Στο καινούργιο της βιβλίο «Να είσαι λογικός: μια παρεξηγημένη αρετή», η φιλόσοφος του Στάνφορντ Κρίστα Λόουλορ επιμένει πολύ σε αυτή τη διάκριση μεταξύ της ορθολογικότητας (της ικανότητας που έχει κάποιος δηλαδή να πετύχει τους στόχους του) και της λογικής (μιας κατ’ εξοχήν κοινωνικής ιδιότητας). Και επισημαίνει ότι η λογική υπηρετεί έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης, καθώς στηρίζεται στο γεγονός ότι οι απόψεις των άλλων έχουν αξία.
Οπως διαβάζουμε στο Atlantic, το βιβλίο ξεκινά με τη δολοφονία του ιάπωνα φοιτητή Γιόσι Χατόρι στο Μπατόν Ρουζ της Λουιζιάνα, το 1992. Ο Χατόρι πυροβολήθηκε από τον ιδιοκτήτη ενός σπιτιού το οποίο είχε πλησιάσει κατά λάθος στις γιορτές του Χαλοουίν και στη δίκη που ακολούθησε οι ένορκοι αθώωσαν τον δολοφόνο θεωρώντας ότι ένας μέσος ιδιοκτήτης της Λουιζιάνα δικαιολογημένα θα πίστευε ότι ο φοιτητής συνιστούσε μια σοβαρή απειλή. Ομως «μέσος» δεν σημαίνει και «λογικός», παρατηρεί η Λόουλορ. Ο μέσος άνθρωπος μπορεί να είναι προκατειλημμένος – και τι πιο παράλογο από την προκατάληψη; Ακόμη κι αν οι φόβοι του ιδιοκτήτη ήταν κάτι συνηθισμένο σε αυτή την περιοχή, αυτό δεν τους καθιστά με τη βαθύτερη έννοια «λογικούς».
Το να είσαι λογικός, τονίζει η συγγραφέας, σημαίνει να έχεις την ικανότητα να αναγνωρίζεις ότι δεν είσαι ο μόνος που εκφέρει μια κρίση άξια λόγου, ότι αυτό που έχει σημασία για τον άλλον έχει και αντικειμενική σημασία. H πιο γοητευτική μεταφορά που χρησιμοποιεί, γράφει το Atlantic, είναι δανεισμένη από τον φιλόσοφο του Μπέρκλεϊ Ρ.Τζέι Ουάλας και ονομάζεται «τοπίο της αξίας»
Ο καθένας από εμάς κινείται σε έναν κόσμο σπαρμένο με βουνά και λαγούμια, αξιολογώντας συνεχώς τι έχει μεγαλύτερη και τι μικρότερη σημασία. Η χαρτογράφηση αυτού του χώρου είναι μια κοινωνική πρακτική. Μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον και διαδίδουμε τις απόψεις μας με «δαπανηρά σημάδια», ισχυρισμούς δηλαδή που απαιτούν τεκμηρίωση και εξήγηση, όχι με «φτηνά σημάδια», πράγματα δηλαδή που πετάμε μόνο και μόνο για να δείξουμε σε ποιο στρατόπεδο ανήκουμε. Οι λογικοί άνθρωποι λειτουργούν συνεργατικά: αναλαμβάνουν την ευθύνη δηλαδή γι’ αυτά που λένε και αναγνωρίζουν στους άλλους το δικαίωμα να τα αμφισβητούν. Αναπροσαρμόζουν συνεχώς τους χάρτες τους με βάση αυτά που ακούνε από τους συνταξιδιώτες τους.
Τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι, ακόμη και οι «λογικοί» άνθρωποι, διαφωνούν μεταξύ τους, αλλά πρέπει παρά ταύτα να συνυπάρξουν; Εδώ μπαίνει στη μέση η πολιτική. Και ο διανοούμενος τον οποίο επικαλείται περισσότερο η Λόουλορ στη συζήτησή της για την πολιτική λογική είναι ο Τζον Ρολς. Το σημείο αφετηρίας του τελευταίου δεν ήταν η αισιοδοξία ότι η συμφωνία μεταξύ των ανθρώπων είναι πιθανή, αλλά η ζοφερή αναγνώριση ότι μια τέτοια συμφωνία είναι απίθανη. Οι σύγχρονες κοινωνίες, έλεγε, είναι σημαδεμένες από τα «βάρη της κρίσης».
Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, οι προσδοκίες τους δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά, οι αξίες τους είναι συχνά ανταγωνιστικές. Ο στόχος λοιπόν είναι η εύρεση των όρων για μια πολιτική συνεργασία. Η εναλλακτική λύση δεν είναι η αυθεντικότητα ή αυτό που ο Γέιτς αποκαλούσε «παθιασμένη ένταση», αλλά η βία.
Οπως έγραψε βέβαια ένας μαθητής του Ρολς, ο Τόμας Νέιτζελ, στο βιβλίο του «Απόκρυψη και έκθεση», η κοινωνία δεν εξαρτάται μόνο από αυτό που δημοσίως δικαιολογείται, αλλά και από αυτό που διακριτικά παραμένει στην αφάνεια.
Ο πολιτισμός θα ήταν αδύνατος αν μπορούσαμε να διαβάσουμε τα μυαλά των άλλων. Ενας τέτοιος κόσμος θα ήταν βέβαια απαλλαγμένος από υποκρισία, δεν θα είχε όμως ούτε διακριτικότητα. Το να έρχονται στην επιφάνεια όλες οι διαφωνίες και να απαιτείται ομοφωνία σε ζητήματα γεύσης, νοήματος ή ταυτότητας θα κατέστρεφε εκείνες ακριβώς τις συνθήκες που επιτρέπουν τη συνύπαρξη διαφορετικών τρόπων ζωής.
Εντ Γουέμπστερ (1956-2022)
Ζωή έναντι δόξας
Σις 12 Μαΐου του 1988, o αμερικανός ορειβάτης Εντ Γουέμπστερ έλαβε μια απόφαση που έμεινε στην ιστορία. Ενώ βρισκόταν σε ύψος 8.700 μέτρων, μόλις 90 μέτρα από τη νότια κορυφή του Εβερεστ, είπε στον συ νοδοιπόρο του να συνεχίσει κι εκείνος γύρισε πίσω, καθώς αισθανόταν εξαντλημένος και του έλειπε οξυγόνο. Με άλλα λόγια, προτίμησε να χάσει τη δόξα από το να διακινδυνεύσει τη ζωή του.
Πολλοί θα θεωρούσαν αυτή την απόφαση ήττα, θα έλεγαν ότι μαρτυρά ενδειξη αποφασιστικότητας. Για την Κρίστα Λόουλορ, όμως, η επιλογή της ζωής έναντι της δόξας συνιστά ένα παράδειγμα λογικής στην πράξη. Η αξιολόγηση αυτή υποβοηθάται βέβαια από το γεγονός ότι η απόφαση του ορειβάτη ήταν δική του, κανείς άλλος δεν επρόκειτο να υποστεί τις συνέπειες, ακόμη κι αν εκφράζονταν διαφωνίες γι’ αυτήν δεν θα χρεια ζόταν να επιλυθούν.






