«2027: Αριστερά, ξύπνα!»: αυτός ήταν ο πρωτοσέλιδος τίτλος της Libération το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, με φόντο έναν συννεφιασμένο ουρανό. Απέναντι στην απειλή της Ακροδεξιάς και τις μοναχικές προετοιμασίες του Ζαν-Λικ Μελανσόν, έγραφε η εφημερίδα, η υπόλοιπη Αριστερά δυσκολεύεται να συνεννοηθεί και πολλαπλασιάζει τις υποψηφιότητές της για τις επόμενες προεδρικές εκλογές.
Στην Ελλάδα, πάλι, η Αριστερά φαίνεται πως ξύπνησε. Απέναντι στην απειλή μιας νέας νίκης της Κεντροδεξιάς και την αδυναμία της Κεντροαριστεράς να παρουσιάσει μια πειστική εναλλακτική λύση, ο πρώην ηγέτης της πάλαι ποτέ Πρώτη Φορά Αριστεράς αναλαμβάνει (ξανά) πρωτοβουλία για τη συνεργασία των λεγόμενων «προοδευτικών δυνάμεων». Για τον σκοπό αυτό, δόθηκε στη δημοσιότητα την Παρασκευή ένα Μανιφέστο 7.500 λέξεων, όπου τονίζεται ότι «η πολιτική και οι ιδέες έχουν πάψει να εμπνέουν», ότι «η διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς είναι πιο επίκαιρη από ποτέ» και ότι «η σύγκλιση των τριών ρευμάτων της Αριστεράς του 20ού αιώνα, της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής και Ανανεωτικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας, αναδεικνύεται σε κρίσιμη πολιτική αναγκαιότητα».
Το Μανιφέστο, που όπως διευκρινίστηκε σε όλους τους τόνους δεν ταυτίζεται με το πρόγραμμα του εκκολαπτόμενου νέου φορέα, δεν στερείται ενδιαφέροντος, αν και δύσκολα θα τραβήξει την προσοχή της αποτραβηγμένης από τα κοινά νέας γενιάς. Ας πούμε ότι είναι ένα κείμενο που θα μπορούσε να διαβαστεί σε ένα συνέδριο για την κρίση της πολιτικής. Περιλαμβάνει τολμηρές ομολογίες, όπως ότι το δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» είναι ξεπερασμένο. Δίνει έμφαση στην «αξιοπρέπεια της εργασίας», μια έννοια που ο γνωστός αμερικανός φιλόσοφος Μάικλ Σαντέλ έλεγε πρόσφατα στην El País ότι πρέπει η Αριστερά να τοποθετήσει στο επίκεντρο. Εχει ρομαντικές ατάκες, όπως ότι «για τη σύγχρονη Αριστερά η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, αλλά η διεύρυνση των ορίων του εφικτού». Εχει και κλισέ, όπως ότι η «Κυβερνώσα Αριστερά θέτει ως πρωταρχικό στόχο την εξασφάλιση της ειρήνης και του Διεθνούς Δικαίου σε έναν κόσμο αστάθειας και αυξανόμενων πολέμων».
Σε γενικές γραμμές, οι συντάκτες του Μανιφέστου είναι λιγότερο «ξύλινοι» από τον άνθρωπο που ονειρεύεται να το εφαρμόσει στην πράξη, τον Αλέξη Τσίπρα. Και εδώ βρίσκεται η αντίφαση: η διακήρυξη για την Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής θα μπορούσε να ασκήσει μια γοητεία αν δεν στηριζόταν στα ίδια λίγο – πολύ πρόσωπα που σημαδεύτηκαν από την Κυβερνήσασα Αριστερά της Παλιάς Εποχής. Η συζήτηση για τους πυλώνες της «νέας προοδευτικής διακυβέρνησης» θα είχε ενδιαφέρον αν δεν πρωταγωνιστούσαν σ’ αυτήν εκείνοι που κακοποίησαν τους πυλώνες της παλιάς προοδευτικής διακυβέρνησης, χωρίς ποτέ να απολογηθούν πραγματικά γι’ αυτό.
Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη δύσκολα θα διαφωνούσε με το συγκεκριμένο κείμενο. Η διαπίστωση αυτή δεν καθιστά όμως πιο εφικτό να συνεργαστεί το κόμμα του με όσους υπόσχονται μια «νέα Ιθάκη». Εκτός αν φανεί ότι χάνει τη δεύτερη θέση.






