Κοινός είναι ο τόπος ότι δεν υπάρχει τέλειο εκλογικό σύστημα. Ολα έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Η παγκόσμια εμπειρία καταγράφει ότι καμία χώρα στον κόσμο δεν έχει ακριβώς το ίδιο σύστημα με μία άλλη.
Σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης τα εκλογικά συστήματα είναι πάγια και αναλογικά. Οδηγούν συνήθως σε κυβερνήσεις συνεργασίας, με τη συμμετοχή δύο ή και περισσοτέρων κομμάτων. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Ενδεικτικά αναφέρω τη Γερμανία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Αυστρία, τη Δανία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία, την Ιρλανδία, την Ελβετία, τη Νορβηγία. Σε καμία χώρα δεν παρατηρείται η υψηλή πριμοδότηση του πρώτου κόμματος, που προβλέπει και ο τελευταίος εκλογικός νόμος. Ολα τα διαφορετικά εκλογικά συστήματα σέβονται τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας ψήφων και βουλευτικών εδρών. Σε καμία χώρα της Ευρώπης δεν προβλέπεται συγκρότηση αυτοδύναμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης με ποσοστό 37% ή 38%. Εξαίρεση από τον κανόνα αποτελεί η «καχεκτική μας δημοκρατία».
Η Ελλάδα δεν μπόρεσε ιστορικά να θεσμοθετήσει ένα σταθερό και πάγιο αναλογικό εκλογικό σύστημα. Είναι στις μεγάλες μας παθογένειες. Είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο, στην οποία, τα τελευταία εκατό περίπου χρόνια, έχουν εφαρμοστεί δεκαοκτώ διαφορετικά εκλογικά συστήματα, κανένα εκ των οποίων δεν είναι προϊόν διαλόγου και συμφωνίας ανάμεσα στις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Είναι το αποτέλεσμα ευκαιριακών νομοθετικών ρυθμίσεων που υπηρετούν τις κάθε φορά κομματικές επιδιώξεις της κυβέρνησης. Αγνοήθηκαν αξιόλογες προτάσεις που στο παρελθόν είχαν κατατεθεί δημοσίως. Αυτός είναι ο λόγος που εδώ και πολλά χρόνια υποστηρίζω ότι η Ελλάδα πρωτίστως χρειάζεται ένα σταθερό αναλογικό εκλογικό σύστημα, που να σέβεται την επιθυμία του ελληνικού λαού για το πώς θα ήθελε να κυβερνηθεί, με κοινοβουλευτικά αυτοδύναμη κυβέρνηση ή κυβέρνηση συνεργασίας.
Στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές αλλά και μελλοντικά, η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος δεν είναι δεδομένη. Ούτε με την υψηλή πριμοδότηση που προβλέπει ο εκλογικός νόμος. Αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα πρέπει να οδηγηθεί σε ακυβερνησία και περιπέτειες. Ούτε σε «εκβιαστικές» επαναληπτικές εκλογές.
Επιτακτική είναι η ανάγκη να ακυρωθεί ο μύθος ότι την πολιτική σταθερότητα και την αποτελεσματική διακυβέρνηση τις διασφαλίζουν μόνον οι κοινοβουλευτικά αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Ο θεμιτός στόχος της πολιτικής σταθερότητας και της κυβερνητικής αυτοδυναμίας δεν πρέπει να εδράζεται στα «τερτίπια» του εκλογικού νόμου, αλλά στην ελεύθερη και αβίαστη έκφραση της λαϊκής βούλησης.
Η μετεκλογική κυβερνητική συνεργασία είναι επιβεβλημένη, αν αυτή είναι η λαϊκή ετυμηγορία. Ιδιαίτερα όταν αυτή συγκροτείται μεταξύ συγγενών ιδεολογικά και πολιτικά κομμάτων, αλλά και όταν υπάρχει μια έντιμη μετεκλογική συμφωνία με κόμματα που υπερασπίζονται τις αρχές και τις αξίες της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η συνεργασία, για να διασφαλίσει την αναγκαία πολιτική σταθερότητα, έχει ως ελάχιστες προϋποθέσεις την ειλικρίνεια των προθέσεων και ένα συμφωνημένο πρόγραμμα συγκλίσεων για την υλοποίηση εθνικών και κοινωνικών στόχων.
Μετά τις προσεχείς εκλογές και ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος, επιβάλλεται να προωθηθεί η ριζική αλλαγή του εκλογικού νόμου, ύστερα από έναν ουσιαστικό διάλογο και διακομματική συμφωνία.
Πρόσφατα ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι η Νέα Δημοκρατία θα εισηγηθεί την εισαγωγή στο πολιτικό μας σύστημα του «γερμανικού εκλογικού μοντέλου», με τις αναγκαίες φυσικά προσαρμογές. Είναι μια πρόταση που αρχικά είχε υιοθετήσει το ΠΑΣΟΚ στο συνέδριό του το 2005.
Στη συνέχεια, ο Γ. Παπανδρέου μού ανέθεσε τον συντονισμό ομάδας ειδικών για την επεξεργασία και διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου μεταρρύθμισης του εκλογικού συστήματος.
Στις 7 Ιανουαρίου 2008, στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ, παρουσίασα τις εξειδικευμένες θέσεις του Κινήματος και στις 26 Οκτωβρίου 2009 υπέβαλα τις αναλυτικές προτάσεις στον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου και στον υπουργό Εσωτερικών Γ. Ραγκούση. Στον πυρήνα των νέων ρυθμίσεων είναι ότι για την εκλογή στις μονοεδρικές επιλέγεται ο σταυρός προτίμησης και στις εκλογικές περιφέρειες ο θεσμός «της λίστας». Οι σχετικές προτάσεις δεν νομοθετήθηκαν, γιατί την περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων, αλλά και λόγω αντιδράσεων από πολλούς βουλευτές του ΠΑΣΟΚ.
Θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω ότι για τη διαμόρφωση της ολοκληρωμένης πρότασης ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή του αείμνηστου Ηλία Νικολακόπουλου και των καθηγητών του Συνταγματικού Δικαίου Γιώργου Σωτηρέλη και Κώστα Μποτόπουλου. Θέλω να ελπίζω ότι την επομένη των εκλογών είναι ο κατάλληλος χρόνος για να αρχίσει και να ολοκληρωθεί ο σχετικός διάλογος, με στόχο πρωτίστως την εφαρμογή ενός πάγιου εκλογικού συστήματος. Με κριτήριο την καθιέρωση της αναλογικότητας ψήφων – εδρών, τουλάχιστον στο 90%, που σημαίνει πριμοδότηση στο πρώτο κόμμα, μόνο αν λάβει ποσοστό τουλάχιστον 42%.
Ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου είναι πρώην υπουργός






