Κάθε μέρα έχουμε μια νέα φάση σκανδάλων και το άπλωμα μιας λαϊκής πεποίθησης ότι δεν λειτουργεί το σύστημα, ότι δεν εξορθολογίζεται η κυβερνητική και διοικητική παραγωγή, ότι ο δημόσιος χώρος, οι θεσμοί, δεν υφίστανται.
Εξ αντανακλάσεως, διευρύνεται μια συμφεροντοκρατική και ατομικιστική προσπάθεια, να λυθεί το προσωπικό πρόβλημα «αφού έτσι είναι τα πράγματα στην Ελλάδα και δεν γίνεται αλλιώς». Οι διάφορες υποθέσεις που σκάνε καθημερινά, συνδέονται μεταξύ τους ως σπόνδυλοι μιας ενιαίας ραχοκοκαλιάς: «φύγε από τη χώρα».
Το ότι δεν μετακινείται ραγδαία ο κόσμος στις δημοσκοπήσεις, δηλαδή το ότι δεν εκφράζεται ενεργητικά, με πολιτική επιλογή, ή διαμαρτυρία, ή αντίρρηση, ή απόρριψη, ή προσχώρηση και δεν εικονογραφείται στα κομματικά ποσοστά, ύστερα από όλα αυτά που έρχονται στην επιφάνεια, δείχνει ότι έχουν αλλάξει οι ηθικοί κώδικες και ότι οι ψηφοφόροι συμφιλιώνονται με τη θεσμική κρίση; Δηλαδή οι πολίτες είναι συμφιλιωμένοι με την αποθέσμιση και το μόνο που τους ενδιαφέρει, και στο οποίο επικεντρώνονται, είναι η ακρίβεια, την οποία απλώς ονοματίζουν; Εάν έχουμε μια ακινησία μεγάλου τμήματος του εκλογικού σώματος, αυτό είναι λόγω μιθριδατισμού, λόγω του ότι τα εναλλακτικά σχήματα (που αντιπολιτεύονται στη βάση των θεσμικών έκτροπων) δεν πείθουν; Κι αυτό σημαίνει ότι η κεντρική αντίρρηση είναι αλλού, κι όχι στη διαφθορά και στη διοικητική και θεσμική αποσάθρωση που την υποστασιοποιούν;
Οι παροχές είναι δελεαστικές, ως κυβερνητική τεχνική, αλλά και δύσκολες, ως αντιπολιτευτική τεχνική. Σε κάθε φάση θεσμικής κρίσης γίνεται εξαγγελία επιδομάτων και δίδεται αντιπολιτευτική απάντηση για «ψίχουλα». Η παγίως εκμαυλιστική παροχή, ήταν πάντα ελεήμων εκλογικά. Εφερνε κάποιον κόσμο στα κόμματα που πλειοδοτούσαν. Φαίνεται ότι η διεξαγωγή της σύγκρουσης βρίσκεται σε ένα έδαφος πέραν της ηθικής. Ως να έχουν όλοι προσαρμοστεί στο ότι «οι πάντες κοιτούν το συμφέρον τους» και η ένταξη σε ένα κόμμα απλώς εξυπηρετεί κάποια απολύτως προσωπική στρατηγική. Σε αυτό το κυκλικό αδιέξοδο όπου κινούνται η χώρα και ο πολίτης, τελικά κατισχύει το «φύγε από ‘δω». Τα παιδιά το πράττουν.
Ετσι, καταστρέφεται και το μόνο ακέραιο κεφάλαιο που ακόμα διαθέτει αυτός ο τόπος. Η ευφυΐα, η μόρφωση, η κατάρτιση, η εξειδίκευση, η πνευματική προσαρμοστικότητα, η επινοητικότητα, ο διανοητικός πολλαπλασιασμός του «εθνικού προϊόντος». Εξαιρετικά ταλέντα δουλεύουν στα προποτζίδικα, δουλεύουν στα καφέ ή σε εταιρείες προώθησης προϊόντων. Γιατροί, φυσικά φεύγουν, αντί να παρακαλούν για τα στοιχειώδη σε ένα απομακρυσμένο κέντρο υγείας. Νομικά καταρτισμένα παιδιά τρέχουν, ιδρωμένα, στην «Ευελπίδων» για μια αναβολή. Καλλιτέχνες έχουν στρατεύσει τον εαυτό τους στην υπηρεσία της ικεσίας (σε κάποιο υπουργείο, σε κάποιο ίδρυμα) ή της διαρκούς απόρριψης. Μελαγχολία.
Το χειρότερο είναι ότι τα σκάνδαλα μετασχηματίζουν και τα μη σκάνδαλα (κανονικές, θετικές μεταρρυθμίσεις) σε κάτι σκοτεινό που πάντα έχουν ιδιοτελείς ουρές στην άκρη τους. Τα σκάνδαλα διδάσκουν, εκπαιδεύουν αλλά δεν εξηγούνται. Δεν συνδέονται αιτιακά, με τα πολιτικά χαρακτηριστικά που διατρέχουν λαϊκή πεποίθηση και πολιτική ηγεσία. Το είδος οικονομίας, το είδος (και η ρηχότητα) ανάπτυξης, ως οργανικά σκέλη της διαφθοράς. Δεν μεταφράζονται ως σχέση τροφοδότη και τροφοδοτούμενου. Ενα παρατεταμένο πολιτικό αμετάφραστο, εκφράζουν οι δημοσκοπικές μετρήσεις.
Ο Δημήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ.






