Προεδρικό διάταγμα για τη χρηματοδότηση της έρευνας σχετικά με ψυχοτρόπες ουσίες όπως το LSD και τη διερεύνηση των δυνατοτήτων τους στη θεραπεία προβλημάτων ψυχικής υγείας, υπέγραψε πριν από λίγες ημέρες ο Ντόναλντ Τραμπ. Ετσι ανοίγουν ξανά οι συζητήσεις για τη νομιμοποίηση ναρκωτικών ουσιών, των οποίων η ιστορία περιλαμβάνει πειραματισμούς, προσπάθειες στρατιωτικής χρήσης και τώρα, ιατρικοποίηση που εγείρει ερωτήματα.
Αυτή τη φορά, ο Τραμπ αποφάσισε να προωθήσει σε ομοσπονδιακό επίπεδο τέτοιου είδους έρευνες, εστιάζοντας τις προσπάθειές του σε ουσίες όπως η ιμπογκαΐνη, η ψιλοκυβίνη και το MDMA. Το επιχείρημα δεν είναι μόνο πολιτιστικό, αλλά και κλινικό και άκρως πολιτικό. Πίσω από αυτή την εντολή βρίσκεται η θεραπεία της διαταραχής μετατραυματικού στρες για βετεράνους πολέμου (ένας εξωφρενικός προϋπολογισμός 40 δισ. δολαρίων ετησίως) και η κρίση των οπιοειδών, που σημαδεύτηκε από την επιδημία φαιντανύλης. Το 2023, σημειώθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός θανάτων από φαιντανύλη – 80.000 άτομα στις ΗΠΑ.
Το LSD ως θεραπεία
Γιατί τώρα; Για να κατανοήσουμε το εύρος αυτής της μετατόπισης, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στο 1943, σημειώνει η «El Pais». Στην καρδιά μιας Ευρώπης σε πόλεμο, ο δρ. Αλμπερτ Χόφμαν συνέθεσε κατά λάθος και δοκίμασε LSD. Η σκηνή έχει μυθοποιηθεί ad nauseam: η παραισθησιακή ποδηλατική βόλτα, τα οράματα, η αποκάλυψη. Ωστόσο, η φαρμακευτική εταιρεία Sandoz θα χρειαζόταν ακόμα λίγο χρόνο για να το διαθέσει στην αγορά ως Delysid. Ενα φάρμακο που διανεμήθηκε ευρέως εκείνα τα χρόνια στις δυτικές δημοκρατίες και το οποίο έγινε σημείο αναφοράς για τα ψυχεδελικά φάρμακα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 στην Ισπανία του Φράνκο, ψυχίατροι όπως ο Χουάν Χοσέ Λόπεθ Ιμπόρ άρχισαν να χρησιμοποιούν το LSD για θεραπευτικούς σκοπούς.
Το LSD είναι το πρώτο ψυχεδελικό που παράγεται σε εργαστήριο και εισήλθε στους σύγχρονους επιστημονικούς, ιατρικούς και φαρμακευτικούς κύκλους. Δρα στους σεροτονινεργικούς υποδοχείς, αλλάζοντας βαθιά την αντίληψη (αισθητηριακή παραμόρφωση) και την εμπειρία του «εαυτού» (μέχρι το σημείο διάλυσης). Κατά τα πρώτα του χρόνια, αυτές οι πιθανές ιδιότητες το κατέστησαν ελκυστικό για στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Χρησιμοποιήθηκε σε προγράμματα όπως το MK-Ultra και το Project Bluebird, τα οποία βασίζονταν στο LSD για να κερδίσουν στον ψυχολογικό πόλεμο: ορός αλήθειας, χειραγώγηση των τάξεων του εχθρού, έλεγχος του νου και άλλα. Απέτυχε ως όπλο, αλλά οι κλινικές εφαρμογές του αποδείχθηκαν πολλά υποσχόμενες. Χρησιμοποιήθηκε ως «ψυχομιμητική» ουσία, όχι για να θεραπεύσει, αλλά για να αναπαράγει παθολογικές καταστάσεις υπό ελεγχόμενες συνθήκες.
Οι κλινικές δοκιμές
Σήμερα, οι κλινικές δοκιμές υποδεικνύουν τις δυνατότητες των ψυχεδελικών στη θεραπεία της κατάθλιψης, του μετατραυματικού στρες και των εθισμών. Οχι λειτουργώντας ως χημική λύση, αλλά εντείνοντας την εμπειρία, χαλαρώνοντας τα νοητικά πρότυπα και ανοίγοντας ξανά τις εμπειρίες ζωής. Δεν είναι κλασικό ναρκωτικό: καθιστά κάτι δυνατό, αλλά το αποτέλεσμα εξαρτάται από το περιβάλλον και την προδιάθεση του ατόμου. Χωρίς να αλλάξει η ουσία, η κατανάλωση LSD από ένα καταθλιπτικό άτομο στη θεραπεία δεν είναι η ίδια με αυτή ενός ιθαγενούς σε μια θρησκευτική τελετή ή ενός χίπη σε ένα πάρτι.
Πανεπιστήμια και οργανισμοί όπως το MAPS και το Ιδρυμα Beckley έχουν επενδύσει εκατομμύρια σε κλινικές δοκιμές: επαναπροσδιορίζουν την ψυχεδελική εμπειρία, τον σκοπό της και ποιον πρέπει να εξυπηρετεί. Ενα κεντρικό θέμα που, όπως σημειώνει η εφημερίδα, στο σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: «Ψυχεδελικά για τους πλούσιους, αντικαταθλιπτικά για τη μεσαία τάξη και φαιντανύλη για τους φτωχούς».
Το μέτρο του Τραμπ κρυσταλλώνει αυτή τη διαδικασία: από τον ψυχομιμητισμό στην ψυχοπαθολογία και από εκεί στη θεραπευτική της θεσμοθέτηση. Ενώ πριν ο στόχος ήταν να διασχίσουμε ανώμαλες καταστάσεις για να αμφισβητήσουμε τον κανόνα, τώρα αυτές οι ίδιες ανωμαλίες επαναπροσδιορίζονται ως συμπτώματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Ο Ρόμπερτ Φ. Κένεντι, υπουργός Υγείας ανοίγει το πεδίο στις φαρμακευτικές εταιρείες να συνεχίσουν την έρευνα και τις ευρεσιτεχνίες, επανεισάγοντας τις ψυχεδελικές ουσίες στην παγκόσμια οικονομία. Μια διαδικασία που αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου μετασχηματισμού της πολιτικής για τα ναρκωτικά.






