Τακτική «πρώτα το κόμμα» υιοθετεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην προσπάθειά του να διαχειριστεί τις εξελίξεις ή τα απόνερα από πολλαπλές εσωτερικές κρίσεις, όπως το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη που εξόργισε σε μεγάλο βαθμό τον πυρήνα ψηφοφόρων της ΝΔ αλλά και ένας εσωκομματικός «πόλεμος» μεταξύ στελεχών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και εξωκοινοβουλευτικών της κυβέρνησης, ο οποίος είναι πλέον ορατός και δημοσίως. Αυτό το περιβάλλον ταυτόχρονων κρίσεων ή ακριβέστερα οι κυβερνητικοί χειρισμοί σε σοβαρές ή μικρότερης εμβέλειας υποθέσεις φέρνει νέα δημοσκοπική κάμψη της ΝΔ, εξαφανίζοντας το κέρδος περίπου δύο ποσοστιαίων μονάδων του Μαρτίου, λόγω του πολέμου τότε, αλλά και προκαλώντας έξτρα ζημιά.
Το Μέγαρο Μαξίμου οδηγείται σε αναγκαστική στροφή αφενός προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα (ενόψει και της κλειστής συνεδρίασης των βουλευτών υπό τον Μητσοτάκη εκτός απροόπτου στις 7 Μαΐου, αντί της 30ής Απριλίου, που σχεδιαζόταν αρχικά), αφετέρου προς την εκλογική βάση της ΝΔ.
Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ο φόβος περαιτέρω διαλυτικών τάσεων και στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει ο φόβος περαιτέρω αποσυσπείρωσης. Στο πρωθυπουργικό επιτελείο «μετρούν» πληγές, ιεραρχούν προτεραιότητες και διαπιστώνουν μια σειρά από προβληματικές εξισώσεις, οι οποίες γίνονται όλο και πιο δύσκολες όσο καλύπτεται ο δρόμος για τις εθνικές εκλογές. Η ανησυχία εντείνεται, σύμφωνα με τις παρασκηνιακές αναλύσεις, κυρίως από την εικόνα που δίνουν τέσσερις δείκτες.
Τα εύκολα σκαμπανεβάσματα
Το μοτίβο είναι σαφές: δύσκολα χτίζεται το μομέντουμ, εύκολα γκρεμίζεται. Η ΝΔ δείχνει ακόμα ότι μπορεί να παίρνει κάποιους πόντους στον απόηχο μιας κυβερνητικής πρωτοβουλίας (φάνηκε για τελευταία φορά μετά την απόφαση αποστολής στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο και νωρίτερα με τις ενεργειακές συμφωνίες), ωστόσο ούτε πετυχαίνει άλμα πάνω από τη φθορά, ούτε καταφέρνει να διατηρήσει για πολύ τα κέρδη. Με τα λόγια έμπειρου αναλυτή, η επίμονη επιχείρηση ανάταξης της δημοσκοπικής φθοράς δεν αποδίδει ουσιαστικά από το καλοκαίρι του 2024: διότι «οι απώλειες χτυπούν την παράταξη απότομα και αποδεικνύονται μεγαλύτερες από την άνοδο για την οποία θέλει κάθε φορά περισσότερο χρόνο και προσπάθεια».
Αυτά τα σκαμπανεβάσματα στα γαλάζια ποσοστά προβληματίζουν τους επιτελείς του Μαξίμου και της κομματικής έδρας, εξού και προτιμούν να αφήνουν στην άκρη τους «μεγάλους» δείκτες (όπως είναι η πρόθεση ψήφου, για παράδειγμα), αναλύοντας κυρίως τα θεωρητικώς «ψιλά γράμματα» των γκάλοπ (όπως είναι η λεγόμενη δυνητική ψήφος). Ο ίδιος ο Μητσοτάκης παραδεχόταν πριν από μερικές εβδομάδες σε ένα λιγότερο πιεστικό περιβάλλον από το σημερινό ότι μπορεί να υπάρχει προσωρινή άνοδος για την κυβέρνηση «αλλά ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί σε έναν μήνα».
Οι περιορισμένες δεξαμενές
Στο μυαλό του Πρωθυπουργού, όπως και στα σημειώματα των «εκλογολόγων» του, βρίσκεται ένα βασικό πρόβλημα: οι περιορισμένες πλέον δεξαμενές της ΝΔ. Στην ορολογία των δημοσκόπων, πρόκειται για την εκλογική επιρροή, αυτή που κρύβεται πίσω από ερωτήματα τύπου «πόσο πιθανό είναι να ψηφίσετε» το εκάστοτε κόμμα. Εν ολίγοις, το κόμμα ψάχνει εναγωνίως να βρει δεξαμενές εισροών.
Ομως ακόμα και η πρόσφατη ενίσχυση της ΝΔ με το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, λόγω της αναμενόμενης συσπείρωσης στη «σημαία», δεν είχε να κάνει με τη διεύρυνση της γαλάζιας εκλογικής επιρροής σε νέα ακροατήρια, αλλά κυρίως με περιορισμό των διαρροών προς τα δεξιότερα και με μετακινήσεις ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ προς το κυβερνών κόμμα. Δημοσκόποι επιμένουν άλλωστε ότι οι μετακινήσεις του Κέντρου είναι εκείνες που διαμορφώνουν την εικόνα – «εκεί παίζεται εδώ και μήνες το παιχνίδι», λέει χαρακτηριστικά έγκυρη πηγή –, με τη ΝΔ να δυσκολεύεται να διευρύνει την απήχησή της στα δεξιά (εκτός της βάσης της δηλαδή) και με το ΠΑΣΟΚ αντίστοιχα να δυσκολεύεται να διεισδύσει στα αριστερά του.
Το κλαμπ των αναποφάσιστων
Είναι ενδεικτική η ανάλυση του κλαμπ των αναποφάσιστων, το οποίο συγκροτεί σταθερά το δεύτερο «κόμμα» με ποσοστά της τάξης του 17%-18% τουλάχιστον από το περασμένο φθινόπωρο. Πρόκειται για τη δεξαμενή στην οποία όλοι θέλουν να βουτήξουν – και πρώτη η ΝΔ. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με όσα αναλύονται στο κυβερνητικό παρασκήνιο, εκεί επιμένει να βρίσκεται μια σημαντική μάζα γαλάζιων ψηφοφόρων: κατά πληροφορίες και από τις νεότερες μετρήσεις, το 15% ψηφοφόρων της ΝΔ στις ευρωεκλογές σταθμεύει στην γκρίζα ζώνη.
Σε αυτούς (η συμπεριφορά τους, σημειωτέον, θα φανεί την Κυριακή των εκλογών) στοχεύουν το μητσοτακικό αφήγημα της «σταθερότητας» και η εντατική καλλιέργεια νέων προσδοκιών με ρητορική μέλλοντος από το Μαξίμου (για τη συνταγματική αναθεώρηση, την «ατζέντα 2030» κ.ο.κ.)
Η πολιτική αλλαγή
Ακόμα ένα προβληματικό συμπέρασμα προκύπτει για την κυβερνητική παράταξη από τα ερωτήματα των δημοσκόπων για την «πολιτική αλλαγή» και τη «σταθερότητα». Το ερώτημα «να μείνει η ίδια κυβέρνηση και ο ίδιος Πρωθυπουργός ή να αλλάξει η κυβέρνηση μετά τις επόμενες εκλογές;» έχει αρνητικό πρόσημο για τη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, με την πλειοψηφία να απαντά σταθερά πια υπέρ της αλλαγής.
Οι λεπτομέρειες ωστόσο έχουν τη δική τους σημασία: άλλο είναι το ποσοστό υπέρ της «σταθερότητας» να καταγράφεται στο 30%+, κι άλλο να κινείται στο 20%. Πληροφορίες από τις τελευταίες κυλιόμενες μετρήσεις λένε ότι το αίτημα της πολιτικής αλλαγής έχει καταγράψει άνοδο έως και τέσσερις μονάδες σε μόνο έναν μήνα, με αντίστοιχη πτώση στην απάντηση «να μείνει η ίδια κυβέρνηση». Το πρώτο βέβαια εξακολουθεί να είναι ένα «κατακερματισμένο» ποσοστό, υπό την έννοια ότι δεν βρίσκει ενιαία έκφραση, εξού και δεν ανατρέπει πολιτικούς συσχετισμούς.






