Μνήμη Χρήστου Μπράβου
Υπάρχουν ποιητές που όσο σπουδαίο κι αν είναι το έργο τους, εξεταζόμενο με καθαρά ποιητικούς όρους, σε περίπτωση που είχε λείψει, θα είχε ζημιωθεί ανυπολόγιστα η ίδια η ποίηση. Αλλά υπάρχουν και ποιητές που όσο κι αν το έργο τους αποτιμάται, πάλι με καθαρά ποιητικούς όρους, ως ένα υψηλό επίτευγμα, θα είχαμε, αν είχε λείψει, στερηθεί όλοι μας κάτι σαν μια μεγάλη ανάσα μέσα στην καθημερινότητά μας.
Μια ποίηση άμεσα παρηγορητική και λυτρωτική. Είναι ακριβώς με μια αντίστοιχη αίσθηση που επανέρχεται μέσα μας ο Τάσος Λειβαδίτης, όταν συμβεί, ή πολύ περισσότερο όταν πιάσουμε ένα οποιοδήποτε βιβλίο του για να το διαβάσουμε, ή απλά για να το φυλλομετρήσουμε.
Παρηγορητική και λυτρωτική καθώς μια υψηλής αισθηματικής τάξεως ιδιοσυγκρασία αποδεικνύει πως δεν χρειάζεται κανενός άλλου είδους πνευματική και ηθική αποσκευή, προκειμένου να γράφει κανείς ποίηση και μάλιστα πολύ σημαντική παρά μόνον να τον πλημμυρίζει ένα αίσθημα αγάπης και αλληλεγγύης, τόσο όμως σύμφυτο με την ύπαρξή του ώστε «τίποτε το ανθρώπινο δεν θα μπορούσε να του είναι ξένο», κατά την ιδιοφυή έκφραση του Τερέντιου.
Δεν υπήρξε οποιασδήποτε μορφής έκφραση ή συμπεριφορά του Τάσου Λειβαδίτη, οποιαδήποτε κι αν ήταν η ανάγκη που την υπαγόρευε, από την πλέον καλλιτεχνική ως την πλέον πεζή και βιοποριστική, που να μην απηχεί αυτή την αισθηματικά ολοκληρωμένη συγκρότησή του. Τόσο με την ποίησή του, όπως την τεκμηριώνουν ή, καλύτερα, τη μνημειώνουν δεκάδες ποιήματά του, αλλά και στίχοι τραγουδιών του (για παράδειγμα «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Δραπετσώνα») ως την ακραιφνώς δημοσιογραφική του δουλειά, που υπήρξε άλλωστε και η κύρια πηγή των εισοδημάτων του.
Φτάνει μόνο να σκεφτεί κανείς πως είναι ο μόνος έλληνας ποιητής που έσκυψε, με τόσο ενδιαφέρον και με τόση στοργή, με τα κριτικά του κείμενα, γεμίζοντας εκατοντάδες σελίδες δημοσιογραφικού χαρτιού, πάνω σε βιβλία που το σύνολο των συγκαιρινών του μεγάλων ποιητών θα τα είχε, ή μάλλον τα είχε, προσπεράσει χωρίς καν να τα αγγίξει ή να τα έχει πάρει είδηση. Χωρίς επιπλέον να μπορεί να κατηγορηθεί για παραχώρηση ή για μια συμβιβαστική διάθεση, αφού, αν και βιβλία, σ’ έναν μεγάλο βαθμό, εξακριβωμένα χωρίς «επαύριο», είχε κατορθώσει ακόμα και οι επιφυλάξεις του, ενώ τα έκρινε, να μη στερούνται ενός εμψυχωτικού, για τους ίδιους τους ποιητές, τόνου.
Μια γενναιοδωρία προς τους άλλους και μια κατάφαση προς την ίδια τη ζωή τόσο πιο σημαντικές καθώς οι δοκιμασίες και οι διαψεύσεις που είχε υποστεί ο ίδιος σε σχέση με την πολιτική του τοποθέτηση θα ήταν δυνατόν να τον έχουν οδηγήσει σ’ έναν όχι μόνον ιδεολογικό αλλά και υπαρξιακό μηδενισμό. Ισχυσε το ακριβώς αντίθετο. Για να έχουμε σήμερα όχι δύο διαφορετικές – όπως άκριτα λένε ή επαναλαμβάνουν πολλοί – φάσεις μιας, έτσι ή αλλιώς, πολύ σημαντικής ποίησης αλλά μια συνέχεια, τόσο πιο συγκλονιστική αφού υπήρξε κάτι φυσιολογικό ένας μάχιμος κομμουνιστής να αναδειχθεί το ίδιο σημαντικός ως ποιητής ως μια ακραιφνώς θρησκευτική συνείδηση. Ξεκινώντας από τα ποιητικά του βιβλία «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» και «Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια» και περνώντας στον «Νυχτερινό επισκέπτη» και στο «Βιολί για μονόχειρα» για να φτάσουμε στο «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα» και «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» (ενδεικτικά όλα αυτά καθώς τα βιβλία του είναι πολύ περισσότερα), δεν παύει το ενιαίο υπόστρωμά τους να είναι αυτή ακριβώς η αισθηματική του συγκρότηση, που ήδη σημειώσαμε – τόσο έξοχα αποτυπωμένη με τους στίχους: «Οσο για εκείνη την ιστορία υπάρχουν πολλές εκδοχές / η καλύτερη όμως είναι πάντα αυτή που κλαις».
Μια αισθηματική συγκρότηση που μετέβαλλε ακόμη και τη βιοποριστική συνθήκη σε επιλογή μιας πολύ ευχάριστης, απολαυστικής σχεδόν χροιάς. Διαβάζοντας τις «περιλήψεις» αριστουργημάτων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως τις φιλοτεχνούσε για εβδομαδιαίο «λαϊκό» περιοδικό τη δεκαετία του ’70, που τις υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Α. Ρόκος», ή τα πορτρέτα για παλαιότερων εποχών συναδέλφους του (όπως ο Κ. Κρυστάλλης, ο Δ. Πορφύρας, ο Μ. Μαλακάσης, η Μ. Πολυδούρη, ο Κ. Καρυωτάκης), συνειδητοποιείς πως είχε κατορθώσει την αγωνία για το μεροκάματο να τη μετατρέψει σε μια μόνο ψυχικά εξαργυρώσιμη ανάγκη.
Από οποιαδήποτε πλευρά κι αν μελετηθεί ο Λειβαδίτης, είτε ως ποιητής είτε ως άνθρωπος, παραμένει μια ανεξάντλητη πηγή συγκινήσεων και «διδαχής» καθώς ως κάτι ασύγκριτο ηχεί στ’ αφτιά μας η αγαπητική του σχέση με πολλούς ομοτέχνους του. Με ιδιαίτερα βαρύνουσα εκείνη με τον Γιάννη Ρίτσο, τόσο θερμή και ξεχωριστή, ώστε στα γράμματά του προς αυτόν ο ποιητής της «Τέταρτης διάστασης» να τον αποκαλεί «Τασούλη», ενώ στον Αϊ-Στράτη, στα 1951, όντας συνεξόριστοι, να του έχει κάνει το πορτρέτο του (όπως είναι γνωστό, ο Ρίτσος ζωγράφιζε) ξεπροβοδίζοντάς τον μάλιστα (ο Λειβαδίτης πέθανε στα 1987, τρία χρόνια νωρίτερα, αν και πολύ μικρότερος, από τον Ρίτσο) μ’ ένα έξοχο ποίημά του με τον τίτλο «Στον αδελφό μου Τάσο Λειβαδίτη» με τους χαρακτηριστικούς, ανάμεσα σε άλλους, στίχους: «Τώρα / αποκοιμήθηκες σ’ ένα βαθύ χαμόγελο / γνωρίζοντας / πως οι νεκροί δεν γερνούν πια / δεν διαψεύδονται / κι ούτε πεθαίνουν».
Αν σκεφτεί κανείς τις σκόπιμα αδιάφορες ή υπόγεια εχθρικές σχέσεις ανάμεσα σε πολλούς συγκαιρινούς με τον Λειβαδίτη ποιητές (είναι γνωστή ως μόνιμη επωδός στις συζητήσεις του, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, το σχεδόν ουρλιαχτό τού, κατά τα άλλα, σπουδαίου ποιητή Ν. Δ. Καρούζου «Ρίτσος, Ελύτης, Ρίτσος, Ελύτης, θα με τρελάνουν»), δεν μπορεί παρά να πιστωθεί ως κάτι επαινετέο η εκφρασμένη με πολλούς τρόπους, από πλευράς του, αγάπη και για τον Κώστα Βάρναλη, και για τον Νικηφόρο Βρεττάκο, και για τον Τίτο Πατρίκιο, και για πολλούς άλλους. Οπως και το ενδιαφέρον του για τον υποφαινόμενο, στην τελευταία συνάντησή μας ένα βράδυ, έξω από τον κινηματογράφο Αελλώ στην Πατησίων, να μου συστήνει «να σκεπάζεσαι καλά τα βράδια στον ύπνο σου για να μην κρυώσεις».
- Επίθεση στο δείπνο τον ανταποκριτών του Λευκού Οίκου: «Ανακουφισμένος» ο Βασιλιάς Κάρολος για την ασφάλεια του Τραμπ
- Τσερνόμπιλ: Το ατύχημα που έλεγαν πως δεν θα συνέβαινε ποτέ – Όσα πρέπει να ξέρετε
- Αγαπηδάκη για ασυνόδευτα στο Face2Face: Η Μόρια ήταν «ξέφραγο αμπέλι» όταν ανέλαβα – Βρήκα στις δομές 40αντάρηδες






