Πέρα από τη γοητευτική ασυμβατότητα του γεγονότος, ότι ένα από τα πιο προνομιούχα ακαδημαϊκά προπύργια του κόσμου αναζητεί τη φωνή μιας γυναίκας που σφυρηλάτησε την πολιτική της συνείδηση στις φεμινιστικές ομάδες του ’70 και την αισθητική της στα εργοστάσια και τις φυλακές, υπάρχει μια βαθύτερη πνευματική δικαίωση.

Και αυτή είναι η συνάντηση της θεσμικής διανόησης με μια εμπειρία η οποία διαμορφώθηκε κυρίως από την πραγματικότητα. Αυτή ακριβώς η αντίστιξη να είναι το ζητούμενο για το Mahindra Humanities Center του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ: μια φωνή που αρνείται τη «σωληνοειδή όραση» και τη βολική ασφάλεια του «ιχθυοτροφείου» όπως λέει η Νένα Βενετσάνου.

Η σπουδαία καλλιτέχνις, με αφορμή τη διαδικτυακή ομιλία της την Τετάρτη 29 Απριλίου στο κορυφαίο πανεπιστημιακό ίδρυμα, ανατέμνει την πορεία της η οποία ήταν πάντα συνυφασμένη με τη δυναμική της δράση στο φεμινιστικό κίνημα. «Σε αυτά τα είκοσι λεπτά που έχω στη διάθεσή μου για να μιλήσω, ακόμη δεν έχω βρει τα κομμάτια εκείνα που θα παρουσιάσω».

Είναι μακρά η διαδρομή και πολυεπίπεδες οι δράσεις της πέρα από το στενά καλλιτεχνικό πεδίο – δράσεις που στον πυρήνα τους τοποθετούν τη γυναίκα και το σώμα της ως το κατεξοχήν πεδίο μιας παγκόσμιας διεκδίκησης.

Μέσα από αυτή την πορεία, η Νένα Βενετσάνου αναδεικνύει την ικανότητα της τέχνης να λειτουργεί ως «καθαρτήριο» της ακοής μας, απομονώνοντας την ουσία από τον θορυβώδη αντιπερισπασμό της εποχής. Η γοητεία εκείνης της εποχής βρισκόταν ακριβώς στο ότι το φεμινιστικό κίνημα δεν ήταν κομματικά χρωματισμένο. «Υπήρχε κατά κάποιον τρόπο η αίσθηση αυτονομίας γιατί δεν υπήρχαν δεσμεύσεις από τις ατζέντες των κομμάτων.

Εκείνη η περίοδος έμοιαζε πιο “ανοιχτή”, με επιρροές από τις ευρωπαϊκές δράσεις, κάτι που οδήγησε σε μια ενδιαφέρουσα κοινωνική μίξη. Είχε δημιουργηθεί μια ώσμωση ανάμεσα σε κοπέλες που είχαν τη δυνατότητα των σπουδών και σε άλλες που στερούνταν αυτή την ευκαιρία. Και ήταν μια πολύ ωραία στιγμή αυτή για το κίνημα». Την ίδια στιγμή τονίζει πως δεν περιορίζονταν σε ρόλο ακροάτριας μπροστά στις γυναίκες που είχαν την ευκαιρία να «αναλύσουν» το κίνημα μέσα από μια θεωρητική κατάκτηση.

Πώς, αλήθεια, θα αντιλαμβανόταν μια σημερινή γυναίκα τις συνθήκες και το περιεχόμενο το φεμινιστικού κινήματος εκείνης της εποχής; «Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να αντιληφθεί τη διαφορά, εκτός αν ήταν μια γυναίκα που είχε μεγαλώσει αγωνιζόμενη για την επιβίωση».

Σταθήκαμε για λίγο σε αυτή τη λέξη: «Επιβίωση». Η γυναίκα που παλεύει καθημερινά, οι έννοιες του φεμινισμού συχνά φτάνουν παραμορφωμένες από το σύστημα ή τον χρόνο, και της ζήτησα να μας δώσει την πραγματική εικόνα μακριά από «καθρέφτες». «Εγώ ανήκω στο δεύτερο κύμα, στη δεκαετία του εβδομήντα», διευκρίνισε. «Είναι τότε που αντιμετωπίζουν τις γυναίκες ως μέρος της οικονομικής ιστορίας της Ευρώπης. Την εξετάζουν ως εργαζόμενη, ως παράγοντα της οικονομίας των λαών. Αυτό είναι που άλλαξε τη θέση του κινήματος μέσα στην πολιτική ιστορία».

Τα βασικά αιτήματα

Ποια ήταν τα βασικά αιτήματα τότε και ποια από αυτά πιστεύει ότι παραμορφώθηκαν ή δικαιώθηκαν; «Δεν θα έλεγα ότι παραμορφώθηκαν, απλώς συμπληρώθηκαν» απαντά, τονίζοντας πως τα βασικά αιτήματα ήταν «οι συνθήκες εργασίας και οι παροχές της πολιτείας στον δημόσιο χώρο. Επίσης το γυναικείο σώμα ήταν και αντικείμενο της τέχνης. Η τέχνη έχει να κάνει με την αποδοχή του γυναικείου σώματος».

Σε αυτό το σημείο η συζήτηση στρέφεται στο κατά πόσο είναι ορθό να συνδέουμε το κίνημα αποκλειστικά με τη σεξουαλική απελευθέρωση, κάτι που σήμερα μοιάζει να κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση. «Το σώμα είναι το εργαλείο της καταπίεσης», τόνισε. «Το γυναικείο σώμα είναι εργαλείο για την πατριαρχία. Αλλά δεν πρέπει εμείς να ξεχνάμε ότι υπάρχουν και άλλοι τομείς. Πρέπει να ανοίξουμε λιγάκι, να μην έχουμε σωληνοειδή όραση».

Αυτές είναι μερικές από τις συνισταμένες της ομιλίας της στο Χάρβαρντ. Τη ρωτώ πώς μεταφράζει την «ελληνικότητα» της μουσικής της σε μια παγκόσμια γλώσσα. «Είναι η ποίηση, είναι ο ποιητικός λόγος που με συνδέει με αυτό», εξήγησε.

Αναφέρθηκε στο έργο της «Σκληρές βιολέτες» (μουσική παράσταση και νέο έργο της Νένας Βενετσάνου, που παρουσιάστηκε το 2025 στην Αμαξοστοιχία – Θέατρο το Τρένο στο Ρουφ. Αφορά τη μελοποιημένη ποίηση γερμανόφωνων και ελληνίδων ποιητριών του 20ού αιώνα, τιμώντας τις γυναικείες φωνές που μετέτρεψαν τον πόλεμο και την καταστροφή σε τέχνη) και στην ανάδειξη του γυναικείου ποιητικού λόγου, ο οποίος ιστορικά υπήρξε διέξοδος για τις γυναίκες μετά τον πόλεμο. «Αυτές, για να μπορέσουν να βγουν και να μιλήσουν, άφησαν να εκδίδονται ως ποίηση».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000