«Ο Πίτερ Μάντελσον είναι η κατάρα που δεν τελειώνει ποτέ για τον Κιρ Στάρμερ», σχολιάζει το Politico. Η χθεσινή ημέρα το αποδεικνύει, καθώς στη βρετανική κυβέρνηση – και δη στο πρωθυπουργικό γραφείο – ο σκανδαλώδης περσινός διορισμός του βετεράνου των Εργατικών ως πρεσβευτή στις ΗΠΑ εξελίσσεται σε ποιος θα πάρει τον… «μουτζούρη», ενώ στο Λονδίνο η πολιτική κρίση βαθαίνει.
Παραδεχόμενος όψιμα προχθές «λάθος κρίση» και ζητώντας «συγγνώμη από τα θύματα του παιδεραστή Τζέφρι Επστιν» (με τον οποίο ο Μάντελσον, όπως αποκαλύφθηκε, είχε στενές σχέσεις), ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ επέρριψε την ευθύνη σε αξιωματούχους του υπουργείου Εξωτερικών για απόκρυψη πληροφοριών ως προς τον έλεγχο ασφαλείας.
Χθες, όμως, ήταν η σειρά του μέχρι πρότινος γενικού γραμματέα του βρετανικού ΥΠΕΞ να μιλήσει, μια εβδομάδα αφότου απολύθηκε ως υπεύθυνος για την έγκριση του διορισμού. «Θεωρώ ότι όλο τον [περσινό] Ιανουάριο, ειλικρινά, το γραφείο μου βρισκόταν υπό συνεχή πίεση. Υπήρχε μια ατμόσφαιρα συνεχούς κυνηγητού», τόνισε ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων ο Ολι Ρόμπινς, κάνοντας λόγο για «πολύ συχνά τηλεφωνήματα» από το προσωπικό γραφείο του Κιρ Στάρμερ στην Ντάουνινγκ Στριτ.
Ο διορισμός του Μάντελσον, ανέφερε, είχε αντιμετωπιστεί ως ουσιαστικά τελειωμένη συμφωνία. «Βρέθηκα σε μια κατάσταση στην οποία υπήρχε ήδη μια πολύ, πολύ έντονη προσδοκία… ότι έπρεπε να είναι στη θέση του και στην Αμερική το ταχύτερο δυνατόν», δήλωσε, την ώρα – όπως είπε – που ο επικεφαλής της επιτροπής ελέγχου ασφαλείας του υπουργείου τον είχε ενημερώσει προφορικά ότι η ομάδα «έκλινε» οριακά προς την απόρριψη της υποψηφιότητας του Πίτερ Μάντελσον. Ενα μήνυμα που ο Στάρμερ λέει ότι δεν έλαβε ποτέ. Κατά τον Ολι Ρόμπινς, η έγκριση τελικά δόθηκε, καθώς οι αρμόδιοι αξιωματούχοι συμφωνούσαν ότι υπήρχαν τρόποι διαχείρισης των κινδύνων. «Μου ειπώθηκε», διευκρίνισε, «ότι δεν αφορούσαν τη σχέση του Μάντελσον με τον Τζέφρι Επστιν».
Διάψευση
«Θα έκανα μια διάκριση μεταξύ της ιδέας περί πίεσης και της ενημέρωσης για τη διαδικασία και την πρόοδο του διορισμού», σχολίασε ο εκπρόσωπος του Στάρμερ, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του Ρόμπινς, ο οποίος έριξε χθες άλλη μια «βόμβα». Είπε ότι η Ντάουνινγκ Στριτ είχε ασκήσει πιέσεις επίσης για μια θέση πρεσβευτή για τον Μάθιου Ντόιλ, πρώην διευθυντή επικοινωνίας του πρωθυπουργικού γραφείου. Φέτος, του απονεμήθηκε τίτλος ευγενείας κατόπιν πρότασης του Στάρμερ, όμως λίγες εβδομάδες αργότερα απομακρύνθηκε από το Εργατικό Κόμμα λόγω των σχέσεών του με έναν καταδικασμένο σεξουαλικό εγκληματία. Χθες, ο Ντόιλ διέψευσε ότι «επεδίωξε ποτέ» θέση πρεσβευτή, δηλώνοντας πλήρη άγνοια για τα λεγόμενα του Ρόμπινς.
Αυτά και άλλα πολλά αυξάνουν την πολιτική πίεση στον Στάρμερ, την παραίτηση του οποίου αξιώνει η αντιπολίτευση, αλλά βουλευτές των κυβερνώντων Εργατικών τονίζουν πως δεν περιμένουν άμεσα ένα εσωκομματικό «αντάρτικο». Τουλάχιστον όχι πριν από τις κρίσιμες τοπικές τοπικές εκλογές στην Αγγλία και τις περιφερειακές εκλογές στην Ουαλία και τη Σκωτία, στις 7 Μαΐου. Στο μεσοδιάστημα, παρατηρεί το Politico, τα αναπάντητα ερωτήματα για την υπόθεση Μάντελσον πληθαίνουν, καταγράφοντας επτά τρόπους με τους οποίους θα συνεχίσει να «στοιχειώνει» τον Στάρμερ. Από τις πιέσεις για αποσαφήνιση των καταγγελιών περί πολιτικών πιέσεων και τις συνέπειες της «εκδίκησης ενός μανδαρίνου», έως το κλίμα φόβου που δείχνει να παγιώνεται στον κρατικό μηχανισμό, ακόμη και στο υπουργικό συμβούλιο, ως προς το ποιος θα μπορούσε να είναι ο επόμενος «αποδιοπομπαίος τράγος» για ένα σκάνδαλο που σέρνεται εδώ και μήνες.
Το κόστος
Σε αυτά, προτίθενται το κόστος για τον μέσο βρετανό φορολογούμενο (ο Μάντελσον έλαβε 75.000 στερλίνες ως αποζημίωση απόλυσης, ενώ του Ολι Ρόμπιν εκκρεμεί), οι επιπτώσεις από την αποκάλυψη σοβαρών κενών στην εθνική ασφάλεια (παραμένει ακόμη άγνωστος ο βαθμός πρόσβασης του Μάντελσον σε άκρως απόρρητα έγγραφα), αλλά και δύο βασικά ερωτήματα. Τι ακόμη θα έρθει στο φως τις επόμενες εβδομάδες με τη δημοσιοποίηση χιλιάδων email και μηνυμάτων σε κινητά μεταξύ του Μάντελσον και μελών της κυβέρνησης και πώς θα αντιδράσουν τότε οι βουλευτές των Εργατικών. Ερωτηθείς από το Sky News για τις σκέψεις του ως προς την εξέλιξη της υπόθεσης, ο υπουργός Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ ήταν λακωνικός, αλλά σαφής: «Θα μπορούσε να τινάξει τα πάντα στον αέρα».






