Πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει η κυβέρνηση; Το ερώτημα δεν είναι απλώς επίκαιρο, αλλά διττά επιτακτικό: πρώτον, σωρευτικά. Και, δεύτερον, έπειτα από την από κάθε άποψη θλιβερή συζήτηση της περασμένης εβδομάδας στη Βουλή – που υποτίθεται ότι θα αφορούσε το Κράτος Δικαίου, ενώ τελικά δεν αφορούσε ούτε το κράτος, ούτε το Δίκαιο, ούτε, πολύ περισσότερο, την έννοια που προκύπτει από τη σύζευξη των λέξεων. Αν αφορούσε κάτι, ήταν ένα… κράτος αδίκου, στο οποίο η κυβέρνηση αποφασίζει πότε τη βολεύουν νόμοι και θεσμοί και πότε όχι – εν προκειμένω, οι ευρωπαϊκοί. Τώρα, δεν τη βολεύουν· καθόλου.
Στην ουσία, η συζήτηση έδειξε ποια είναι τα όρια μέχρι τα οποία μπορεί να φτάσει ο επιθετικός πολιτικός αμοραλισμός της κυβέρνησης που επιμένει ότι η πραγματικότητα είτε δεν την αφορά είτε, όταν δεν μπορεί να την αγνοεί, την αντιμετωπίζει με το εργαλείο που η ίδια υποτίθεται ότι πολεμά και ξορκίζει: με τον πιο ακραίο λαϊκισμό. Τα έκανε και τα δύο στη Βουλή με τον πιο προκλητικό τρόπο.
Πρώτον, ο Πρωθυπουργός υποδύθηκε εκ νέου ότι δεν υπάρχουν σκάνδαλα, την ώρα που αυτά, όχι απλώς υφίστανται, όχι απλώς είναι πολλά και μεγάλα κι έχουν όλα σχεδόν κοινό παρονομαστή την άμεση διασύνδεσή τους με την καρδιά της εξουσίας, μα έχουν κάνει ακόμα και το ίδιο το κόμμα του οποίου προΐσταται, και ιδίως τους βουλευτές του, να βράζουν. Ομως, για τον Μητσοτάκη δεν υπάρχει τίποτα: η πραγματικότητα δεν τον αφορά. Η λογοδοσία είναι άγνωστη έννοια.
Δεύτερον, επιστρατεύεται τώρα μία νέα, αξιοθρήνητη γραμμή άμυνας – καθώς τα παραπάνω δεν είναι καινούργια γι’ αυτή την κυβέρνηση: η δήθεν φανατική «ευρωπαϊκή» κυβέρνηση Μητσοτάκη, ο οποίος, κατά δήλωσή του, έχει βάλει σκοπό της ζωής του να μας κάνει «κανονική ευρωπαϊκή χώρα» – κάτι που κάνει ότι δεν αντιλαμβάνεται τι σημαίνει – τώρα πολεμάει ξαφνικά την κακιά Ευρώπη! Ναι· η Ευρώπη τον χτυπάει πισώπλατα. Συνωμοτεί εναντίον του· θέλει να τον καταστρέψει.
Το καινούργιο παραμύθι της κυβέρνησης, για τα πρωτοφανή μαζικά ραπίσματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εναντίον της που έχουν κάνει άνω κάτω τα πάντα, το μόνο που πετυχαίνει, είναι να δείξει την έκταση και το βάθος του πανικού που την έχει καταλάβει από όλα αυτά που έρχονται πάνω της. Ομως, αν και είναι ανάξιο λόγου, ας αναλύσει κανείς στοιχειωδώς το «επιχείρημά» της. Γιατί; Μα επειδή ακτινογραφεί την ίδια.
Εστω λοιπόν ότι οι φάκελοι έφυγαν από εδώ με τέτοια πρόθεση. Εκεί, τι συνέβη; Το κατάπιαν αμάσητο και το έστειλαν πίσω με τη σφραγίδα τους; Ή μήπως είχαν κι εκείνοι δική τους ατζέντα να γκρεμίσουν τον Πρωθυπουργό και απλώς υιοθέτησαν τα, κατ’ αυτόν, ανύπαρκτα σκάνδαλα; Ή μήπως, ακόμα ιλαρότερο, έδωσε εντολή το Βερολίνο να γίνουν μοχλός εξόντωσης του Μητσοτάκη επειδή τους… πάει κόντρα και θέλουν να τον βγάλουν απ’ τη μέση;
Τέτοιο κατάντημα είναι τραγικό για έναν πρωθυπουργό· ιδίως όταν παριστάνει τον μέγα θεσμικό και ευρωπαϊστή. Αυτός είναι ο αληθινά ακραίος λαϊκισμός. Οπως και το αδιανόητο ότι, άμα επανεκλεγείς, οι υποκλοπές ξεπλύθηκαν, δεν είναι σκάνδαλο, είσαι πεντακάθαρος. Δηλαδή, τι; Σε λίγο θα φωνάζει… «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ»;






