Τόλμησαν οι κανάγιες να με συγκρίνουν με την καθαρίστρια που κατέληξε στη φυλακή επειδή δεν είχε απολυτήριο δημοτικού! Βγήκα απ’ τα ρούχα μου. Εως τότε έμενα ψύχραιμος. Βοηθούσε που ήταν και Μεγάλη Εβδομάδα – «κάθε άνθρωπος» σκεφτόμουν «ανεβαίνει κάποτε τον Γολγοθά του.

Τον Κύριο ημών τον σταύρωσαν επειδή σφετερίστηκε δήθεν τον τίτλο του Βασιλιά των Ιουδαίων. Εμένα διότι άφησα να εννοηθεί ότι είχα αποφοιτήσει από δημόσιο πανεπιστήμιο…». Τι να τους πω; Οτι η βασιλεία η εμή ουκ έστιν του κόσμου τους; Του κόσμου όσων πετυχαίνουν στις πανελλαδικές – με φροντιστήρια, με ιδιαίτερα, δεν είχαν να πληρώνουν για τέτοια οι γονείς μου – και μπαίνουν σε μια σχολή κι από την πρώτη κιόλας μέρα ξεκινούν καταλήψεις, βρωμίζουν τους τοίχους γράφοντας συνθήματα, ηχορυπαίνουν με τις ντουντούκες τους… Εγώ, που για τα δίδακτρά μου ξηλώνονταν μέχρι και οι παππούδες μου, εγώ, που δεν είχα δεύτερο παντελόνι να φορέσω, ήμουν τύπος και υπογραμμός.

«Πώς σε προσέλαβαν σύμβουλο με ένα τόσο ελαφρύ πτυχίο;». Ρωτήστε τους. Μην τους σκοτίσετε, παρακαλώ, περισσότερο με τα δικά μου. Θα σας εξηγήσω. Εκτίμησαν όχι τα τυπικά αλλά τα ουσιαστικά προσόντα μου. Τον ζήλο, την εργατικότητα. Την αφοσίωσή μου στα ιδεώδη της παράταξης. Την αντοχή μου. Ξέρετε τι σημαίνει να είσαι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, διορισμένος μάλιστα χάρη στη μεγαλοψυχία κάποιων;

Σημαίνει ότι αν δεν θες να σε πετάξουν σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι στην πρώτη στραβή, πρέπει να δείχνεις ιώβεια υπομονή. Να ανέχεσαι γκαρίδες, προσβολές, ειρωνείες. Να κρατάς το παλτό του υφυπουργού, να τρέχεις στο σουπερμάρκετ για την κυρία του, «έχουμε τραπέζι το βράδυ» να σου λέει με ύφος Αντουανέτας – ούτε κουβέντα βέβαια να καλέσουν εσένα στο σπίτι τους, εσύ αφήνεις τα ψώνια έξω από την πόρτα.

Εκτός από θρησκεία και πατρίδα, όσοι σήμερα με χλευάζουν φτύνουν στα μούτρα την ίδια την κοινωνία. Τις βασικές της λειτουργίες: τους ελιγμούς, τις ίντριγκες, τους εναλλασσόμενους ρόλους που εκπαιδεύεσαι να παίζεις – τύραννος με τους αποκάτω σου, χαλί να σε πατήσουν οι αποπάνω –, έτσι δεν ωριμάζει ο άνθρωπος; Ετσι δεν χαλυβδώνεται; Σάμπως στην ελεύθερη λεγόμενη αγορά ή στα αριστερά κόμματα δεν συμβαίνουν τα ανάλογα; Αμα δεν πεις νεράκι το ποίημα στον ινστρούχτορα, άμα δεν πειθαρχήσεις στη γραμμή, μαύρο φίδι που σε έφαγε. Και στην Εκκλησία ακόμα – μεταξύ μας αυτό – αν θες να προοδεύσεις, πρέπει να φανείς ιδιαίτερα προσαρμοστικός.

Εγώ, εν πάση περιπτώσει, τα κατάφερα. Το γεγονός ότι ποτέ δεν υπήρξα ωραίος – ούτε πολύ έξυπνος ήμουν ούτε κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα διέθετα –, το προσμετρώ στα υπέρ μου. Στον μύθο του Αισώπου, μου ανήκει ο ρόλος της χελώνας. Ξέρετε πόσους έχω δει λαγούς να με προσπερνάνε και στην επόμενη στροφή να εκτροχιάζονται; Δεν ίδρωνε το αφτί μου. Εβαζα το κεφάλι κάτω και προχωρούσα. Κι έτσι, με κόπο και υπομονή, είδα τον κόσμο από ψηλά.

Με το που ξέσπασε αυτός ο άθλιος θόρυβος, έσπευσα στον τόπο μου. Να συναντήσω ήθελα τους πιο δικούς μου. Να τους εμψυχώσω – καταλαβαίνετε τι σημαίνει για αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους, που στο πρόσωπό μου δικαιώθηκαν, να τους κολλήσουν τέτοια ρετσινιά; Κι ενώ τους είχα μαζεμένους σε ένα ταβερνάκι, απ’ το μεγάφωνο ακούστηκε ο Καζαντζίδης. «Εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες, περήφανα περπάτησα…» Σκοτείνιασα. «Κι εμείς που δεν έχουμε αξία, ρε Στελάρα;» ήθελα να του απαντήσω. «Να μένουμε στην απέξω μια ζωή; Στο κάτω-κάτω, ποιοι οι άξιοι; Οσοι μουσκεύουν τη φανέλα, λέω εγώ. Εστω με τα σάλια τους».

Να με συγκρίνουν τόλμησαν τα κοθώνια με την καθαρίστρια που μπήκε φυλακή! Ούτε τους πέρασε από το μυαλό ότι εγώ αποτελώ τη δικαίωσή της. Μάνα μου θα μπορούσε να ‘ναι εκείνη η γυναίκα. Το δικό της αίμα πήρα πίσω. Οπως μπορούσα κι όπως ήξερα.

ΥΓ: Πάσα ομοιότης με πρόσωπα και γεγονότα είναι συμπτωματική.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
«Ήρεμα ρωτάω: mom edition»