Για σαράντα λεπτά δεν είχαν καμία επαφή με τη Γη. Από το ένα παράθυρο έβλεπαν την πίσω πλευρά του φεγγαριού, από το άλλο το σκοτάδι ενός αχανούς Σύμπαντος που κανείς δεν είχε ξαναδεί με γυμνό μάτι. Αν κάτι πήγαινε στραβά, κανείς δεν μπορούσε να τους καθοδηγήσει ή να τους σώσει: εκείνες τις στιγμές ο Ριντ Γουάιζμαν, ο Βίκτορ Κλόβερ, ο Τζέρεμι Χάνσεν και η Κριστίνα Κοχ είχαν μόνο τις ικανότητές τους, όσα είχαν μάθει στην εκπαίδευση και την παρηγοριά ότι ζουν μαζί αυτή τη μοναδική εμπειρία.
Oταν η επικοινωνία με το Χιούστον επανήλθε, το πρώτο πράγμα που ακούστηκε από την ενδοεπικοινωνία, σε μια στιγμή που ακόμα και το Netflix μετέδιδε ζωντανά, ήταν αυτό που κάθε ταξιδιώτης έχει μάθει από πρώτο χέρι –πως τα ταξίδια έχουν αξία γιατί κάποια στιγμή θα επιστρέψεις εκεί που ξεκίνησες. «Θα διαλέγουμε πάντα τη Γη. Θα διαλέγουμε πάντα ο ένας τον άλλο». Είναι κλισέ, γιατί είναι αλήθεια: η ελπίδα, με τα φλούδια και τα κουκούτσια της, έχει την ικανότητα να φυτρώνει ακόμα και στα πιο ξερά μέρη. Αμα λάχει, μπορεί να φτάσει μέχρι το φεγγάρι. Και, κυρίως, μπορεί να επιστρέψει με μια απόλυτα ακριβή προσθαλάσσωση. Σχεδιασμένη και υπολογισμένη από ανθρώπους.
Τον Ιούλιο του 1969, όταν ο Νιλ Αρμστρονγκ έκανε το μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα, ο πλανήτης μετρούσε φέρετρα στο Βιετνάμ, ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε λίγους μήνες στον Λευκό Οίκο, η Eυρώπη ζούσε τον απόηχο της Πράγας, η Ελλάδα είχε χούντα. Τίποτα δεν άλλαξε επειδή ο άνθρωπος πάτησε στους σεληνιακούς κρατήρες, όμως για μια στιγμή, μπροστά από τις ανοιχτές τηλεοράσεις που έπαιζαν όλες το ίδιο πράγμα, οι διαφορές έμοιαζαν πιο μικρές, το μέλλον λίγο πιο αισιόδοξο, λίγο πιο θαρραλέο. Τον Απρίλιο του 2026, όπου τίποτα δεν βγάζει νόημα πια, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έμεινε σιωπηλός (ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του) για ένα ολόκληρο λεπτό σε παγκόσμια μετάδοση – περιμένοντας τέσσερις αστροναύτες (των οποίων τη χρηματοδότηση θέλησε να κόψει για τα μάτια του Ιλον Μασκ) να του απευθύνουν τον λόγο.
Τα σημερινά παιδιά τα έχουν δει όλα. Η πρώτη τους ερώτηση μπροστά σε καθετί που βλέπουν είναι αν πρόκειται για προϊόν τεχνητής νοημοσύνης, αν η ιστορία που μαθαίνουν στο σχολείο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Δεν θα έπρεπε να ενθουσιάζονται πια με σκοτεινά πλάνα και φωτογραφίες πλανητών, όμως η NASA μοσχοπούλησε μικρές στολές αστροναυτών σε κάθε χρώμα, βγάζει στην αγορά τη μασκότ της αποστολής «Αρτεμις ΙΙ» και είδε μικρά (και μεγαλύτερα) κορίτσια να ξεσπούν σε δάκρυα χαράς με μια πλεξούδα που αιωρείται, κάνοντας viral όλες τις γυναίκες που συμμετείχαν στην προετοιμασία. Η αβεβαιότητα στην οποία μεγαλώνουν, που δεν μοιάζει καθόλου με το «τέλος της Ιστορίας» στο οποίο πίστευαν οι γονείς τους, δεν έχει αλλάξει τις φυσικές τους αντιδράσεις – τον ενθουσιασμό τους μπροστά σε μια μεγάλη περιπέτεια και τη συγκίνησή τους όταν νιώθουν πως περιλαμβάνονται σε αυτή, πως εκπροσωπούνται, πως, όσο δύσκολη κι αν είναι η διαδρομή, μπορούν να τα καταφέρουν. Η πραγματική πρόοδος, πριν γίνει ιδεολογία, είναι βίωμα.
Στην Ελλάδα, όταν συνέβαιναν όλα αυτά, είχαμε Πάσχα. Ομως η ελπίδα, εκτός από ανθεκτική, αργά ή γρήγορα είναι και μεταδοτική.






