Πώς μας έβαζαν στο Δημοτικό, αμέσως ύστερα από διακοπές, να γράψουμε έκθεση για το πώς περάσαμε; Και συνήθως γράφαμε ψέματα ότι όλα ήταν τέλεια και ειδυλλιακά, ενώ, στην πραγματικότητα, είχαμε καταπιεστεί για άλλη μία φορά από γονείς και συγγενείς, τους οποίους σκυλοβρίζαμε από μέσα μας; Ε, αυτό περίπου θα κάνω και τώρα. Θα γράψω όχι πώς πέρασα, αλλά τι έμαθα, τι με δίδαξε το φετινό Πάσχα· και θα πω αλήθειες. Καλά, μη φανταστείτε τίποτα συνταρακτικά πράγματα. Ελάχιστα μπορούν να μας συνταράξουν σε μια εποχή στην οποία έχουμε εξοικειωθεί πλήρως με το ακραίο. Αναμασάμε τα ίδια και τα ίδια και «ανακαλύπτουμε» παλιά.
Να, για παράδειγμα, το ρουσφέτι. Μεγάλο debate για το τι είναι ρουσφέτι και τι όχι. Κι ακόμη μεγαλύτερη η «έκπληξη» για το ότι γίνονται ρουσφέτια στην Ελλάδα. Τι λες, βρε παιδί μου; Πέφτουμε από τα σύννεφα, δεν το ξέραμε. Ουδείς από εμάς έχει ζητήσει «διευκόλυνση», «εξυπηρετησούλα», «προώθηση», «προτεραιότητα έναντι άλλων», «στραβά μάτια», «ειδική μεταχείριση» από κάποιον, στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, που έχει τα «κονέ» για να το κάνει.
Για παράδειγμα, το «γρηγορόσημο» ήταν κάτι που είχε σχέση με κάποιον Γρηγόρη, όχι το «ναύλο» για να διεκπεραιωθεί πιο γρήγορα η υπόθεσή μας. Το ρουσφέτι είναι στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας. Και όπως να το βαφτίσουμε, ρουσφέτι είναι· μικρό ή μεγάλο, δεν έχει σημασία. Για καλό σκοπό ή για ωφελιμιστικούς λόγους, επίσης δεν παίζει ρόλο. Η νοοτροπία είναι το σημαντικό (ξέρω άνθρωπο που έχει ένα είδος εμμονής με το να κάνει ρουσφέτια για λογαριασμό τρίτων, έχω την εντύπωση μόνο και μόνο για να ξεσκονίζει τον τίτλο του καταφερτζή).
Πιθανότατα να φταίνε οι τουρκομπαρόκ καταβολές μας ή η άποψη ότι αν πάμε με τη σειρά μας δεν θα καταφέρουμε τίποτα. Ας μάθουμε, λοιπόν, να περιμένουμε στην ουρά και για να περνά η ώρα μας προτείνω να σκεφτόμαστε τις «εξυπηρετησούλες» που έχουμε ζητήσει και ήταν ρουσφετάρες με τα όλα τους.
Αυτό που δεν κατάφερα να καταλάβω ήταν το αν έχει ή όχι πτυχίο ο Μακάριος Λαζαρίδης. Δείχνει στα κανάλια κάτι τίτλους σπουδών, έχω κι εγώ, το χαρτί αποφοίτησης από το Νηπιαγωγείο και το απολυτήριο Δημοτικού, του (εξατάξιου) Γυμνασίου το έχω χάσει, άλλο πτυχίο δεν έχω, να δείτε που θα γίνω υπουργός και θα λένε ότι έχω τελειώσει μόνο Δημοτικό. Το θέμα, όμως, είναι ότι ο Μακάριος (εμένα τώρα με απασχολεί αν οι δικοί του τον φωνάζουν Μάκη) τσακώνεται στα σόσιαλ κάπως σαν μαινάδα της γειτονιάς. Και για τα λεκτικά τζαρτζαρίσματα με τον Πολάκη έχουμε μια λέξη στη Σύρο, αλλά λέω να μην εκτεθώ. Τέλος πάντων, ωρύεται η αντιπολίτευση για να τον αποπέμψει ο Μητσοτάκης. Η γνώμη μου είναι ότι θα πρέπει να το κάνει όχι για το (μη) πτυχίο αλλά για το βάραθρο στο οποίο έχει ρίξει τον πολιτικό διάλογο στους διαλόγους του με πολίτες στα σόσιαλ.
Στου δημάρχου τη χαρά
Ωστόσο, τούτες τις άγιες μέρες, πήρα από τον δήμαρχο της Αθήνας σπουδαία μαθήματα κοπτοραπτικής της πραγματικότητας· θα έλεγα και πολιτικού θράσους. Εγκαινίασε με αυτό το χαρακτηριστικό καμάρι (ενώ βλέπεις πορτρέτο του, είσαι σίγουρος ότι στέκεται στις μύτες των ποδιών) την υπό νέα μορφή Βασιλίσσης Ολγας, στην κατασκευή της οποίας όχι μόνο δεν συμμετείχε ούτε κατ’ ελάχιστον ο δήμος, αλλά η υπόσχεση ότι θα σταματήσει το έργο ήταν από τα δυνατά χαρτιά της προεκλογικής εκστρατείας του. Γιατί δεν εγκαινίασε και το παρακείμενο Καλλιμάρμαρο; Ή μάλλον δεν θέλω ημίμετρα. Μια και καλή την Ακρόπολη να τελειώνουμε.
«Δήμαρχος» είπα και θυμήθηκα. Η προσκείμενη στον Κασσελάκη βουλεύτρια (στη συγκεκριμένη ταιριάζει ταμάμ το «βουλεύτρια») Ραλλία Χρηστίδου πάρα πολύ σοκαρίστηκε, μην πω και συγχύστηκε, που είδε σε φωτογραφία τον τέως δήμαρχο της Αθήνας Κώστα Μπακογιάννη μπροστά στον οβελία, όπως έκαναν δηλαδή αυτές τις μέρες επτά στους δέκα Ελληνες. «…Παραπέμπει σε παρωχημένη, παλαιοκομματική και οπισθοδρομική κουλτούρα κυριαρχίας», έγραψε. Την πατριαρχία ξέχασε και ανησυχώ.






