Στις εκλογές της Κυριακής ο λαός της Ουγγαρίας έστειλε στο σπίτι του έναν τύραννο που όμοιός του ούτε σε είδος ούτε σε διάρκεια υπάρχει άλλος στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τύραννο με όλη τη σημασία του όρου – όση τουλάχιστον του επέτρεπε να εξασκεί το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο ενυπάρχει η χώρα του, κάτι που είναι πλέον ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα μεγάλα αγαθά της λεγόμενης «ενωμένης Ευρώπης» – για πόσο ακόμα κι αυτό, θα δούμε.
Το τέλος του τυχοδιώκτη αδίστακτου ρωσόφιλου στην ψυχή Ορμπαν, αλλά φυσικά όπως όλοι οι επαγγελματίες του είδους του, έτοιμου να κάνει κάθε είδους μανούβρα προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία, είναι αδιαμφισβήτητα πολύ μεγάλο νέο για τη χώρα του. Συνοδεύεται όμως από δύο ερωτήματα: το ένα που αφορά την ίδια και είναι πραγματικό και το άλλο που αφορά το σύνολο της Ευρώπης και είναι, βεβαίως, ρητορικό.
Το πρώτο τίθεται ως εξής: επιτέλους ο Ορμπαν έφυγε. Ομως, ο θριαμβευτής Πέτερ Μαγιάρ ποιος είναι πραγματικά; Το ερώτημα χαλάει ελαφρώς το κλίμα τής ακόμα πιο ελαφρώς αφελούς υπεραισιοδοξίας των ημερών, πλην όμως είναι ουσιώδες. Γιατί όλοι όσοι μπερδεύουν τη σπουδαία εξέλιξη του τέλους ενός τυράννου με μία νομοτελειακή μεταβολή 180 μοιρών σε όλα τα μείζονος σημασίας ζητήματα καλό θα είναι να χαλιναγωγήσουν κάπως την αισιοδοξία τους. Το ένα, παρά την πρόδηλη θετική του αξία, δεν συνεπάγεται ευθέως το άλλο, τουλάχιστον όχι σε όλα όσα ελπίζονται από έναν λαό που, δικαίως φυσικά, από την Κυριακή δεν σταματά να πανηγυρίζει ένα μεγάλο βήμα ελευθερίας έπειτα από ατέλειωτα χρόνια φασιστοειδούς «εθνικοσοβιετισμού» του 21ου αιώνα.
Το ερώτημα λοιπόν είναι γνήσιο όχι μόνον γιατί υπάρχει στη χώρα ένα καθεστώς που πρέπει να φύγει και αυτό μετά τον Ορμπαν, κάτι όχι απλό, αλλά και επειδή στο μείζον ζήτημα της ισορροπίας της Ουγγαρίας μεταξύ της Ευρώπης και της Μόσχας το ενδεχόμενο σταδιακών απογοητεύσεων για την πρώτη είναι ασφαλώς υπαρκτό – όμως, πράγματι, είναι πάρα πολύ νωρίς ακόμα για όλα αυτά.
Αντιθέτως, ως προς το δεύτερο ερώτημα δεν είναι: το αντίθετο μάλιστα. Εχει απαντηθεί ήδη πριν από τις εκλογές στη χώρα, ακόμα και με την εξέλιξη αυτή να είναι απλώς ένα από τα δύο ενδεχόμενά τους. Η νίκη του Μαγιάρ και η αποχώρηση, επιτέλους, του Ορμπαν, που χαιρετίστηκε από τόσους πολλούς ηγέτες της Ενωσης ως υποτίθεται «μεγάλη ημέρα για την Ευρώπη» και όχι απλώς για την Ουγγαρία, ασφαλώς και δεν είναι. Και, γι’ αυτό δεν ευθύνεται ο… Μαγιάρ. Ευθύνεται η Ευρώπη: που, ξαφνικά, τον δαφνοστεφανώνει ως… μεσσία που θα φέρει τη νέα πνοή παντού, στα πάντα.
Λοιπόν: δεν πρόκειται να φέρει πουθενά τίποτα. Μακάρι να καταφέρει ο άνθρωπος να κάνει κάτι για τον λαό του. Μακάρι επίσης να κόψει τους δεσμούς με τη Μόσχα, που δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Ολα τα άλλα είναι μετάθεση ευθυνών, υπεκφυγές και υποκρισία.
Και επειδή κοροϊδευόμαστε, δεν ήταν η Ουγγαρία που τους κατέστησε δομικής σημασίας στην ΕΕ, αλλά το Βερολίνο, που τώρα σφυρίζει αδιάφορα. Αυτό όχι μόνον επειδή επέβαλε σε όλη την Ευρώπη τη μονοπωλιακή εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια, αλλά και επειδή μετά την προσάρτηση της Κριμαίας συνέχισε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Γιατί; Επειδή για τη Γερμανία δεν είχε. Τουλάχιστον τέτοιο ώστε να θέσει σε διακινδύνευση τη φθηνή ενέργεια που χρειαζόταν η οικονομία της. Δεν την ενδιέφερε η Ουκρανία. Οπως άλλωστε και στην αρχή αυτού του πολέμου. Εντελώς άλλα υπήρξαν μετά τα κίνητρά της. Και τα υπόλοιπα είναι παραμύθια.
Ακόμα λοιπόν και αν ο Μαγιάρ υπερβεί κάθε προσδοκία, δεν θα αλλάξει την Ευρώπη: επειδή το πρόβλημα είναι ότι δεν θέλει να ενωθεί πραγματικά. Και αυτό, απλά, ουδείς μπορεί να το αλλάξει.






