Στα προσδιορισμένα ευρωπαϊκά εδάφη της μόδας της δεκαετίας του 1980 – όπου κυριαρχεί το γκλάμορ και η γαλλική υψηλή ραπτική – συμβαίνει μία ρωγμή καθώς αναδύεται η πρωτοποριακή σκηνή της ομάδας έξι νέων δημιουργών της Αμβέρσας.
Η έκθεση «Antwerp Six» που εγκαινιάστηκε πρόσφατα στο Μουσείο Μόδας MoMu της Αμβέρσας υπογραμμίζει το ταξίδι που έκαναν στο Λονδίνο του 1986 οι Dirk Bikkembergs, Ann Demeulemeester, Walter Van Beirendonck, Dries Van Noten, Dirk Van Saene και Marina Yee για να δείξουν την αντιπρότασή τους. Για τους έξι βέλγους σχεδιαστές η μόδα λειτουργούσε ως ένα πολιτισμικό μέσο, ως τρόπος και έκφραση του πνεύματος της εποχής. Και το σκεπτικό των επιμελητών Κάατ Ντέμπο και Ρόμι Κοξ ήταν να αναδείξουν πώς αναπτύσσεται ένα ταλέντο, πώς λειτουργεί ένα δημιουργικό περιβάλλον και πόσο καθοριστική είναι η οικονομική και η δημιουργική αυτονομία.
Οι «Εξι της Αμβέρσας» δεν υπήρξαν μία παρωδική τάση, αλλά ένα ισχυρό πολιτιστικό φαινόμενο που τις επόμενες δεκαετίες άφησε το διεθνές στίγμα της. Η κοινή τους πορεία ξεκίνησε με τις σπουδές τους στο τμήμα μόδας της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Αμβέρσας και οδήγησε στις επιτυχημένες ατομικές καριέρες τους έχοντας την υποστήριξη του φορέα Flanders Fashion Institute που βοηθά επιχειρηματικά τους νέους σχεδιαστές. Ομως πέρα από τον ιστορικό χαρακτήρα των συλλογών τους η επιδραστική αυτή ομάδα δημιουργών αφηγείται το φαινόμενο της Αμβέρσας ως πόλη της πρωτοποριακής μόδας του τέλους του 20ου αιώνα που εξακολουθεί να ανατροφοδοτεί με διαφορετικές προσεγγίσεις και ευρηματικές συλλογές τη σύγχρονη μόδα.
Η ιστορία των Εξι της Αμβέρσας είναι το κατεξοχήν παράδειγμα μίας καταιγίδας ευνοϊκών συνθήκων το οποίο αφορά κάθε πόλη που δεν είναι εγγεγραμμένη στον επίσημο χάρτη της μόδας. Ακόμα και τη σημερινή Αθήνα που η επίσημη ηγεσία και μέλη της πνευματικής ελίτ προσπαθούν να αναδείξουν με ευρήματα τουριστικής αξιοποίησης, αστικού εξευγενισμού σε συνδυασμό με ένα γενικόλογο αφήγημα για προστασία της χειροτεχνίας και προβολής παραδοσιακών αισθητικών προτύπων.
Στις αρχές του 16ου αιώνα η Αμβέρσα ήταν το κέντρο ολόκληρης της διεθνούς οικονομίας και κατείχε το 40% του παγκόσμιου εμπορίου, αναφέρει ο οικονομολόγος ιστορικός Λικ – Νορμάν Τελιέ στη μελέτη του «Urban World history» (2009). Η βιομηχανία των υφασμάτων, μαζί με το εμπόριο μπαχαρικών και αργύρου ήταν οι πυλώνες της οικονομικής της ισχύος. Αυτά τα νήματα ιστορικής διασύνδεσης ακολούθησαν οι πολιτικές ελίτ του Βελγίου τη δεκαετία του 1980 με ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης της κλωστοϋφαντουργίας και της βιομηχανίας ενδυμάτων στο Βέλγιο. Ακολούθησε η διαμόρφωση ενός λόγου για την πρωτοποριακή βελγική μόδα που ξεκίνησε το 1983 στην Αμβέρσα, ως τμήμα της δημιουργικής βιομηχανίας στην οποία συμμετείχαν οι εικαστικές τέχνες και οι απόφοιτοι του τμήματος Μόδας της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών.
Οι Εξι της Αμβέρσας προβάλλουν τις αβανγκάρντ δημιουργίες τους ως προϊόντα που χαρακτηρίζονται από μια προσωπική και διανοητική προσέγγιση της μόδας, που δεν σχετίζεται με την πολυτέλεια ή με προϋπάρχοντα στυλιστικά πρότυπα. Αλλά με τη «δημιουργική αντίσταση» απέναντι στη «σέξι» ιταλική και τη chic γαλλική αισθητική. Το αντίδοτο είναι η αποδόμηση, οι εμφανείς ραφές, τα ατελή τελειώματα, τα θολά όρια του ανδρικού και του γυναικείου ρούχου, η ανατροπή των κανόνων της παραδοσιακής ραπτικής με τις φόδρες να μετατρέπονται σε κύριο ύφασμα.
Η αμφισβήτηση με προέλευση τη μόδα της Αμβέρσας δημιούργησε στυλ. Κι ένας επίγονος, ο Γκλεν Μάρτενς διευθύνει σήμερα τον οίκο του Martin Margiela. Αν και δεν ανήκε επίσημα στους «Εξι», ο Martin Margiela (επίσης απόφοιτος της Ακαδημίας) υπήρξε ο εκφραστής της αποδόμησης και η επιρροή του στην παγκόσμια μόδα εδραίωσε την ταυτότητα της Αμβέρσας ως το κέντρο της πειραματικής και εγκεφαλικής μόδας. Εκεί όπου η επεξεργασία του υφάσματος φτάνει στο κάψιμό του, στην ταλαιπωρία, στα όρια της φθοράς του.






