Μια διαρκής άσκηση αισθητικής, όπως λέει, συνειδητή και ανήσυχη, υπήρξε η ζωή του. Δεν βάδιζε τυχαία τη διαδρομή που επέλεξε και υπηρέτησε με συνέπεια μένοντας πιστός σ’ έναν υψηλό σκοπό. Από το παιδικό του δωμάτιο, όπου το ραδιόφωνο λειτουργούσε ως ένας «μαγικός αγωγός» προς το άγνωστο, μέχρι τα σαλόνια της Κριεζώτου και του Αλέκου Πατσιφά, ο ίδιος υιοθέτησε τον ρόλο του «καλού θεατή στην πλατεία» αλλά και του «καλού ακροατή». Φυσικά ο Γιώργος Παπαστεφάνου υπήρξε πολλά περισσότερα. Το ισχυρό και κομψό αποτύπωμά του δεν περιορίστηκε στην απλή καταγραφή των γεγονότων. Το έργο του συνιστά πολύτιμη παρακαταθήκη, μια ουσιαστική χαρτογράφηση του ελληνικού πολιτισμού που θα παρέμενε ημιτελής χωρίς τη δική του διεισδυτική ματιά.

Οση ώρα ξετύλιγε το νήμα της πολυκύμαντης και γοητευτικής ζωής του, σκεφτόμουν πως ο Γιώργος Παπαστεφάνου δεν έπαψε ποτέ να είναι ο αρχιτέκτονας της ίδιας του της ατμόσφαιρας. Πλέον, η καθημερινότητά του έχει μεταφερθεί από τον πέμπτο όροφο στον δεύτερο της ίδιας πολυκατοικίας. Εκεί ζει πια, απολαμβάνοντας την πολύτιμη φροντίδα και τη ζεστασιά του αγαπημένου του φίλου και γιατρού κ. Χρυσάνθου. Η κατάσταση της υγείας του δεν μας επέτρεψε να πάμε για φαγητό σε κάποιο εστιατόριο. «Ζωή, μου αρέσει το καλό φαγητό, αλλά πρέπει να σου πω ότι όσες φορές προσπάθησα να μάθω να μαγειρεύω κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Ετρωγα όταν μαγείρευαν οι φίλοι μου ή σε εστιατόρια». 

Το νέο του καταφύγιο παραμένει ένας χώρος υψηλής αισθητικής, γεμάτος έργα τέχνης που κουβαλούν τη δική τους μνήμη. Το μάτι μου πήγε σε δύο παλιές πόρτες από κάποιον τεκέ της Κωνσταντινούπολης, που έχουν πάρει τη θέση της συμβατικής εισόδου δωματίου, λες και ορίζουν το πέρασμα σε έναν κόσμο πιο πνευματικό. Καθώς τον παρατηρούσα, ένιωθα πως ο ίδιος φρόντισε να περιχαρακώσει τη ζωή του με την ομορφιά, καθιστώντας την αδιαπραγμάτευτο σκηνικό της ύπαρξής του, ακόμη και στις πιο απλές στιγμές της.

Ξετυλίγοντας το νήμα της ζωής του, η αφήγησή του σταμάτησε στον πρώτο και πιο καθοριστικό του σταθμό: τη Φραγκίσκη Ψαχαροπούλου – Καρόρη. «Ηταν μια φωτισμένη δασκάλα για όλους μας. Οταν συναντούσε για πρώτη φορά έναν νέο άνθρωπο, προσπαθούσε να εντοπίσει τι φως εξέπεμπε για να το αξιοποιήσει», θυμάται ο ίδιος. Η είσοδός του στο ραδιόφωνο ήταν μια μυσταγωγία που ξεκίνησε από ένα τηλεφώνημα: «Είχα την τύχη να την πλησιάσω όταν ήμουν 19 ετών ως ακροατής των εκπομπών της. Οταν άκουσε την ηλικία μου, για δύο ώρες μού έκανε εξονυχιστική ανάκριση στο τηλέφωνο. Αρχισε να με ρωτάει τι αγαπώ, τι τέχνες παρακολουθώ. Ηταν το πιο ευτυχισμένο τηλεφώνημα. Οταν τελείωσε η κουβέντα μας, μου είπε: “Μου κάνεις για το ραδιόφωνο, θέλεις να δουλέψεις μαζί μου;”».

Για τον Παπαστεφάνου, το μέσο αυτό ήταν προορισμός. «Το ραδιόφωνο ήταν το παιδικό μου παιχνίδι. Υπήρχε στο σπίτι μας πριν ακόμα γεννηθώ. Αυτό το κουτί ήταν πραγματικά μαγικό στα μάτια και τ’ αφτιά μου, μου άνοιγε ορίζοντες, καινούργιους κόσμους. Από μικρό παιδί, όταν με ρωτούσαν τι δουλειά θα κάνεις όταν μεγαλώσεις, απαντούσα “εκφωνητής ραδιοφώνου”. Αυτό ονειρευόμουνα». Παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του είχε εργοστάσιο μπαταριών και «θα έπρεπε να τον διαδεχθώ στη δουλειά, που θα ήταν σοβαρό επάγγελμα για τους περισσότερους», οι γονείς του στάθηκαν σύμμαχοι. Οχι μόνο δεν εμπόδισαν τις καλλιτεχνικές του τάσεις, αντιθέτως τις προώθησαν, φέρνοντάς τον σε επαφή με το καλό θέατρο και τα βιβλία. Εμαθε από νωρίς να ξεχωρίζει την ποιότητα και να αναγνωρίζει το αληθινό ταλέντο.

Ευαισθησία και ηθική 

Υπάρχει η εσφαλμένη πεποίθηση ότι η καλλιέργεια είναι προνόμιο της οικονομικής ευμάρειας και όχι καρπός εσωτερικής διεργασίας. Ο Γιώργος Παπαστεφάνου το διαψεύδει με έναν τρόπο βαθιά ανθρώπινο. Παρότι μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον υψηλής αισθητικής, επιμένει ότι αυτό που τον προστάτευσε από τα λάθη και την έπαρση ήταν η «κατασκευή του μυαλού του» και μια έμφυτη ευαισθησία που δεν εξαγοράζεται. Αυτή η ευαισθησία είναι για εκείνον η μόνη ικανή να γεφυρώσει τις κοινωνικές τάξεις. «Πιστεύω ότι το βασικότερο είναι ο βαθμός ευαισθησίας που κουβαλάμε. Αυτό είναι το θεμέλιο. Θυμάμαι έναν γείτονα οικοδόμο που μου έδειξε μια πολυκατοικία και μου είπε με καμάρι “αυτή την έφτιαξα εγώ”. Λειτούργησε σαν καλλιτέχνης, χωρίς να έχει την παιδεία. Η ευαισθησία κάνει το θαύμα».

Αυτή η ευαισθησία συνοδευόταν από μια αυστηρή ηθική. «Θα κοπιάσεις και θα δρέψεις τα καλά αργότερα» ήταν το μάντρα που διδάχθηκε από τους γονείς του. Τίποτα δεν του χαρίστηκε ως «κακομαθημένο παιδί» που θα μπορούσε να γίνει. Εμαθε ότι για να σταθείς δίπλα σε ογκόλιθους πρέπει να έχεις δικό σου βάρος, μια δική σου εσωτερική συγκρότηση που δεν λυγίζει στις πρώτες σειρήνες της ματαιοδοξίας.

Η δεκαετία του ‘60 ήταν για τον ίδιο μια «ευλογημένη εποχή». Η Ελλάδα κοίταζε ψηλά και ο Παπαστεφάνου βρέθηκε στο επίκεντρο της πνευματικής αναγέννησης. Δίπλα στον Αλέκο Πατσιφά, τον άνθρωπο που θεμελίωσε τη Λύρα και τον Ικαρο, ο νεαρός παραγωγός αφουγκραζόταν τη βαρύτητα της ιστορίας και αντιλαμβανόταν πως γινόταν κοινωνός μιας ανεπανάληπτης πολιτιστικής κληρονομιάς. Η ατμόσφαιρα στην οδό Κριεζώτου 11 ήταν ένας χώρος όπου ο πολιτισμός παρήχθη ως βίωμα. «Οταν πήγαινα στο σπίτι του Πατσιφά, έβλεπα στο ένα τραπέζι τον Τσαρούχη, στο άλλο τον Ελύτη, πιο εκεί τον Πρεβελάκη, τη Ραλλού Μάνου. Προσωπικότητες πρώτης κατηγορίας. Επρεπε να μπορείς να σταθείς δίπλα σε τέτοιους ογκόλιθους για να προχωρήσεις στη ζωή».  

Αυτό το περιβάλλον της κοινωνικής συναναστροφής έγινε ένας μονόδρομος καλλιέργειας. Η παιδεία ήταν το «εκ των ων ουκ άνευ». Το χρήμα σνομπαρόταν ως νεόπλουτο στοιχείο, αν δεν συνοδευόταν από πνεύμα. Από εκείνα τα τραπέζια ο Παπαστεφάνου κράτησε την πυξίδα του: το γούστο, τις γνώσεις, τη φαντασία και τη μνήμη.

Οταν η τηλεόραση μπήκε στη ζωή του, ο Παπαστεφάνου δεν την αντιμετώπισε ως μέσο αυτοπροβολής, αλλά ως τις «πιο δύσκολες εξετάσεις» του. Επρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στη λάμψη του μέσου και την αλήθεια των ανθρώπων. Η τηλεόραση τότε ανακάλυπτε τη δύναμη της εικόνας και ο Παπαστεφάνου ήταν ο άνθρωπος που ήξερε πώς να την τιθασεύσει χωρίς να την ευτελίσει. Εκεί, στο πλαίσιο των θρυλικών εκπομπών του, συνάντησε και ανέδειξε μορφές που έγιναν η ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. 

Η Μαρινέλλα 

Η συνεργασία του με τη Μαρινέλλα αποτελεί ένα από τα πιο λαμπρά κεφάλαια. Για τον Παπαστεφάνου, η Μαρινέλλα πέρα από την αδιαμφισβήτητα σπουδαία φωνή της ήταν μια απόλυτη επαγγελματίας, μια καλλιτέχνις που καταλάβαινε το όραμά του για μια τηλεόραση υψηλής αισθητικής. Στις «Μουσικές βραδιές» του, η Μαρινέλλα ξεδίπλωσε μια θεατρικότητα που σπάνια έβλεπε κανείς τότε στη μικρή οθόνη. Ο Παπαστεφάνου θυμάται την πειθαρχία της, το πώς μπορούσε να μεταμορφωθεί μπροστά στην κάμερα, υπηρετώντας το σενάριο που εκείνος είχε χτίσει με τόσο κόπο. Η Μαρινέλλα όπως και η Σωτηρία Μπέλλου είχαν αυτό που ο ίδιος αναζητεί πάντα: την αυθεντικότητα. Μπορεί να προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους – η μία από το λαμπερό σόου και η άλλη από τη μυθολογία του ρεμπέτικου –, αλλά στα μάτια του Παπαστεφάνου μοιράζονταν το ίδιο «μέταλλο».

«Η Μαρινέλλα ήταν ένας στρατιώτης της δουλειάς. Οπως και η Σωτηρία, είχε αυτό το τσαγανό του λαϊκού ανθρώπου που δεν είναι “δήθεν”. Οταν συναντάς τέτοιους ανθρώπους, το χαίρεσαι, γιατί ξέρεις ότι το αποτέλεσμα θα έχει βάρος».

Η μάχη του για το αυθεντικό τον έφερε συχνά σε ρήξη με τους παράγοντες της ΕΡΤ, οι οποίοι υποτιμούσαν τη Ρόζα Εσκενάζυ επειδή ήταν «γριά». «Ακριβώς αυτόν τον χαρακτηρισμό χρησιμοποίησε ένα στέλεχος όταν με κάλεσε στο γραφείο του». Ο Παπαστεφάνου αρνήθηκε να κάνει «σκόντο» και «εκπτώσεις» για να κερδίσει τηλεθέαση. Για εκείνον, το κοινό δεν ήταν μια άμορφη μάζα προς κολακεία, αλλά ένας συνομιλητής που έπρεπε να ανυψωθεί.

Μία από τις πιο αποκαλυπτικές στιγμές της πορείας του ήταν η σύγκρουση που είχε με τον Μάνο Χατζιδάκι. Μια σύγκρουση που προκλήθηκε από τους «παρατρεχάμενους» και οδήγησε τον Παπαστεφάνου στις Οικονομικές Υπηρεσίες της Ραδιοφωνίας για επτά μήνες. Αντί να πτοηθεί, το απόλαυσε. Είδε πώς λειτουργεί το «Δημόσιο» και παρέμεινε ακέραιος. «Ημουν πάντα ελεύθερος, αδέσμευτος και ανεξάρτητος. Ποτέ δεν κράτησα σημαιάκι κανενός. Για να κάνεις καριέρα πρέπει να σε τρώει ένα σκουλήκι να πας πάντα παραπέρα, να μην επαναπαύεσαι στην επιτυχία».

Μία ακόμη ενδιαφέρουσα πτυχή της ζωής του είναι η σχέση του με τη διαφήμιση. Ο άνθρωπος της υψηλής αισθητικής έγινε η πιο περιζήτητη φωνή της αγοράς. Γιατί; Γιατί είχε κύρος. Η φωνή του Παπαστεφάνου έδινε υπόσταση στο προϊόν. Από τα ακριβά αυτοκίνητα μέχρι τα πιο καθημερινά είδη, ο ίδιος αντιμετώπισε τη διαφήμιση ως μια άσκηση επαγγελματισμού. «Στον χώρο της διαφήμισης συνάντησα μερικούς από τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους. Αυτή η δουλειά μού έδωσε την οικονομική ελευθερία να μην κάνω συμβιβασμούς στις εκπομπές μου. Μου επέτρεψε να είμαι οικονομικά ανεξάρτητος, ώστε να μην εξαρτώμαι από κανέναν παράγοντα. Πιστεύω στο κύρος. Είναι αυτό που τελικά μας δίνει λόγο για να ψηλώσουμε κάποιους πόντους. Αν το κατακτήσουμε, νιώθω πως έχουμε κερδίσει το δικαίωμα να λεγόμαστε άνθρωποι του πνεύματος».

Κόντρα στο ρεύμα ενός αδηφάγου ανταγωνισμού που στον χώρο του θεάματος θεωρείται η ύψιστη αρετή, ο Γιώργος Παπαστεφάνου δηλώνει πως δεν γνώρισε ποτέ αυτή τη λέξη. Η σχέση του με ανθρώπους όπως ο Αλέξης Κωστάλας ή ο Γιάννης Πετρίδης είναι σχέση αγάπης. Δεν τον ενδιέφερε να είναι «καλύτερος από τους άλλους», αλλά να είναι «ένας από τους πολύ καλούς». Η Ελένη Χαλκούση τού είχε δώσει κάποτε μια συμβουλή που τηρούσε σε όλη του τη ζωή: «Χρειαζόμαστε καλούς θεατές στην πλατεία». Αυτό το αξίωμα έγινε η πυξίδα του. Εγινε  ο άνθρωπος που ξέρει να ακούει, να βλέπει και να αξιολογεί. «Αυτό έγινα, ένας καλός θεατής στην πλατεία, ένας καλός ακροατής του ραδιοφώνου. Και ένας καλός πολίτης, σε τελευταία ανάλυση». Τι είναι για εκείνον καλός πολίτης; «Αυτός που προσφέρει μια κουκκίδα πολιτισμού στον μικρό χώρο που του ανήκει. Χωρίς ψευδαισθήσεις ότι θα αλλάξει τον κόσμο, αλλά με την απόλυτη δέσμευση ότι δεν θα χαμηλώσει τον πήχη». Η πορεία του είναι ένα μάθημα για το πώς μπορείς να παραμείνεις αυθεντικός σε έναν κόσμο που προτιμά το «δήθεν». Παραμένει ένας ελεύθερος άνθρωπος. Ενας δημιουργός που, παρότι δεν κράτησε ποτέ «σημαιάκι κανενός», κατάφερε να γίνει ο ίδιος μια σημαία αισθητικής για γενιές ολόκληρες.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.