Το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή είναι μια ευγενής ιδέα. Αλλά δύσκολο να εφαρμοστεί στη χώρα μας.
Στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες άλλωστε μόνο στη Γαλλία ισχύει αυστηρά και με συνταγματική πρόβλεψη.
Την καθιέρωσε ο Ντε Γκωλ το 1958 μαζί με την 5η Δημοκρατία επειδή ήθελε να απομακρύνει την κυβέρνηση από τις επιρροές και τις ίντριγκες των «παλαιών κομμάτων» της 4ης Δημοκρατίας. Αλλά…
Ισχύει παράλληλα με ένα εκλογικό σύστημα 577 μονοεδρικών περιφερειών όπου ο βουλευτής εκλέγεται πλειοψηφικά σε δύο γύρους. Μαζί με τον κάθε βουλευτή εκλέγεται και ο αναπληρωτής του.
Αν ο βουλευτής μπει στην κυβέρνηση αναλαμβάνει στη Βουλή ο αναπληρωτής. Κι αν ο βουλευτής φύγει για κάποιο λόγο από την κυβέρνηση, ανακτά αν θέλει την έδρα του και ο αναπληρωτής γυρίζει στη δουλειά του.
Και φυσικά αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή το προεδρικό σύστημα όπως διαβάζω από χθες σε διάφορες αναλύσεις του ποδαριού αλλά και στην αντίδραση του ΠΑΣΟΚ.
Απλό; Απλούστατο.
Αλλά και ξένο στην ελληνική πολιτική κουλτούρα. Πιο χαρακτηριστικό είναι ότι στη Γαλλία (όπως και στη Μεγάλη Βρετανία) των μονοεδρικών κατεβαίνει σε κάθε περιφέρεια ένας υποψήφιος από κάθε κόμμα με τον αναπληρωτή του.
Δεν πλακώνονται μεταξύ τους για σταυρούς υποψήφιοι του ίδιου κόμματος.
Διότι αν μας ενοχλεί το ρουσφέτι και θέλουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια, τότε το πρόβλημα δεν είναι το ασυμβίβαστο, ούτε το εκλογικό σύστημα.
Είναι το πελατειακό κράτος.
Κι αυτό δεν βλέπω να συμμετέχει στη συζήτηση.
Πάμε λοιπόν από την αρχή. Θέλουμε να αποκόψουμε τον ψηφοφόρο από τη διαμεσολάβηση και την εξυπηρέτηση του βουλευτή; Καμία αντίρρηση.
Πώς αυτό όμως συμβαδίζει με την κριτική ότι το πολιτικό σύστημα είναι αποκομμένο από τον απλό πολίτη;
Μια κριτική που μπορεί να στερείται λογικής ή πραγματικής βάσης αλλά χρεώνεται σε μεγάλο βαθμό την όλο και χαμηλότερη συμμετοχή των πολιτών στις πολιτικές διαδικασίες.
Φυσικά όλα αυτά θα μπορούσαν να συζητηθούν με ηρεμία και νηφαλιότητα κι όχι με αφορμή ένα σκάνδαλο εξυπηρετήσεων και ρουσφετιού.
Θα μπορούσαν να συνδυαστούν ακόμη και με τη συνταγματική αναθεώρηση, αν παραστεί ανάγκη.
Αλλά τίποτα δεν μπορεί να γίνει και για τίποτα όσο η συζήτηση εξελίσσεται με άναρθρες κραυγές και αλλοπρόσαλλες υστερίες.
Κι αυτό το νοσηρό κλίμα με τον υφέρποντα φανατισμό που το υποδαυλίζει καθιστά κάθε καλοπροαίρετη συζήτηση ανέφικτη.
Ασε που ο κάθε στερημένος ή ο κάθε χαμένος της πολιτικής προσδιορίζει τον ορίζοντά του στις επόμενες εκλογές και σε προσωπικές εμπάθειες.
Τίποτα άλλο!






