Στα τέλη του 19ου αιώνα η αγγλική αριστοκρατία είχε μια ιδιαίτερη συνήθεια: κάθε Κυριακή, μετά την εκκλησία, τα μέλη της απολάμβαναν στα σπίτια τους ένα μεγάλο γεύμα, που συνδύαζε πιάτα του πρωινού, όπως αβγά, μπέικον, ζαμπόν με διάφορα φρούτα και αρτοσκευάσματα, μετατρέποντάς το σε ένα χορταστικό, χαλαρό – σχεδόν μεσημεριανό – γεύμα. Καθώς η συνήθεια γινόταν ολοένα και πιο δημοφιλής στην Αγγλία, άρχισε σταδιακά να εξαπλώνεται και σε άλλες χώρες.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, το brunch – κάτι μεταξύ breakfast (πρωινού) και lunch (γεύματος) – έγινε μόδα τη δεκαετία του 1930, σε μεγάλο βαθμό χάρη στις ταινίες του Χόλιγουντ οι οποίες απεικόνιζαν πλέον λαμπερές προσωπικότητες να απολαμβάνουν πλούσια brunch σε μοντέρνα εστιατόρια.
Περίπου 40 χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του ’70, το brunch είχε γίνει βασικό στοιχείο της αμερικανικής κουλτούρας, με πολλές επιχειρήσεις να προσφέρουν ειδικά μενού brunch κυρίως τα Σαββατοκύριακα. Κόσμος που δεν αναγκαζόταν να ξυπνά νωρίς το πρωί για να φάει πρωινό, πήγαινε στα εστιατόρια για λίγες στιγμές χαλάρωσης παρέα με ένα πλούσιο γεύμα και καφέ.
Από τις ΗΠΑ το brunch ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο και έχει γίνει σήμερα παγκόσμια τάση. Μπορεί να άργησε να φτάσει στην Ελλάδα, αλλά όπως φαίνεται η χώρα το έχει αγκαλιάσει με πάθος. Τα τελευταία χρόνια οι επιχειρήσεις που σερβίρουν brunch πολλαπλασιάζονται με εντυπωσιακούς ρυθμούς, ειδικά στην Αττική. Από το Χαλάνδρι μέχρι το Παγκράτι και το Κουκάκι και από τη Βουλιαγμένη μέχρι τον Πειραιά, νέα καταστήματα με brunch αναδύονται, ενώ περιοχές εκτός κέντρου που θεωρούνται δημοφιλείς για τα brunch τους είναι το Κεφαλάρι, η Αγία Παρασκευή, η Καλλιθέα, το Γαλάτσι.
«Συνωστισμός» παρατηρείται στις περιοχές όπου κινούνται τουρίστες, νεότεροι άνθρωποι, αλλά και πολυάσχολοι περαστικοί. Το Κολωνάκι, τα Εξάρχεια, το Μοναστηράκι, το Κουκάκι, η γειτονιά του Ψυρή, αποτελούν τις περιοχές με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση brunchάδικων…
Μόνο στο Κολωνάκι υπάρχουν περισσότερες από 21 επιχειρήσεις που σερβίρουν brunch, χωρίς σε αυτές να υπολογίζονται τα ξενοδοχεία που έχουν επίσης υιοθετήσει την τάση τα τελευταία χρόνια. Από τα πολυτελή, ιστορικά ξενοδοχεία της πλατείας Συντάγματος μέχρι τις μικρές μονάδες στο κέντρο της πόλης που δελεάζουν ντόπιους και τουρίστες σερβίροντας στις ταράτσες τους brunch με θέα την Αθήνα, ακόμη και εξελιγμένοι φούρνοι, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις δίνουν τη δυνατότητα για «τεμπέλικα πρωινά» συνοδεία brunch.
Στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, σε μια μικρή σχετικά έκταση, δεκάδες επιχειρήσεις σερβίρουν πιάτα αυτής της κατηγορίας. Ενδεικτικό του ενδιαφέροντος που υπάρχει είναι ότι μια αναζήτηση στο Google με ερώτημα «ποια είναι τα καλύτερα brunch της Αθήνας» αποφέρει σχεδόν 10 εκατ. αποτελέσματα…
Το μενού
Κάπως έτσι τα αβγά benedict, τα croque madame και τα «πειραγμένα» pancakes μπήκαν στην καθημερινότητά μας. Και διαρκώς τα μενού εμπλουτίζονται. Στην Αθήνα μπορεί κάποιος να βρει brunch με γιαπωνέζικες πινελιές, brunch για vegan, healthy bowls για όσους προσέχουν τη διατροφή τους, brunch με παραδοσιακά αγνά υλικά από κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Δεν είναι τυχαίο. Οπως εξηγούν όσοι ασχολούνται με την κοινωνιολογία του φαγητού, το brunch μπορεί να ξεκίνησε από τη Βόρεια Αμερική, όμως η λογική του ταιριάζει με την κουλτούρα της Μεσογείου.
O παραδοσιακά χαλαρός ρυθμός ζωής στην περιοχή – παρότι αυτός αποτελεί πλέον παρελθόν –, η επιλογή φρέσκων υλικών από τη φύση για την προετοιμασία του τραπεζιού, αλλά και η διαδικασία του φαγητού ως τόπος συνάντησης, κοινωνικοποίησης και χαλάρωσης εξηγούν γιατί το brunch παρότι ξενόφερτο βρήκε τη θέση του στην Ελλάδα.
Δεν είναι, όμως, τόσο η φιλοσοφική διάσταση του θέματος που έχει στρέψει τις επιχειρήσεις εστίασης στο brunch όσο η… οικονομική. Η απόλαυση κοστίζει και μάλιστα αδρά. Στα περισσότερα από τα πιο γνωστά και ποιοτικά brunchάδικα της Αθήνας το κόστος για ένα πιάτο με αβγά ξεκινά από τα 10 ευρώ, όταν συνοδεύεται από περισσότερα υλικά η τιμή φτάνει τα 12 ευρώ, ενώ ένας καφές κυμαίνεται στα περίπου 4 ευρώ με αποτέλεσμα το κόστος κατ’ άτομο να διαμορφώνεται στα 15-20 ευρώ. Είναι μόδα, ανάγκη των καιρών ή τεχνητή ζήτηση μέσω marketing; Ο καιρός θα δείξει…






