Είναι η μέρα που τη σηκώνει την εθνική, έστω και παιδική, ποίηση. «Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν’ οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά;», αναρωτιούνται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες οι μικροί μαθητές και μαθήτριες ντυμένοι στα γαλανόλευκα στις σχολικές γιορτές – αν και έχω την εντύπωση ότι το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη έχει απαλειφθεί από το σχετικό ρεπερτόριο. Διότι, στις μέρες μας, ακόμη και τα εφτάχρονα, οκτάχρονα θα χαμογελούσαν σαρκαστικά (και ο σαρκασμός της παιδικής ηλικίας δεν παλεύεται) αν αναρωτιούνταν δημόσια μήπως η Ελλάδα σήμερα είναι ο ήλιος της που χρυσολάμπει και τα άστρα της τα φωτεινά ή κάθε της ρηχό ακρογιάλι και κάθε χώρα της με τα χωριά.

Αλήθεια, τι είναι η πατρίδα μας σήμερα, πέρα από τους λυρικούς στίχους του Πολέμη; Πρώτα απ’ όλα τι είναι, γενικά, η πατρίδα σε μια εποχή που αν επαναλάβεις τη λέξη δύο φορές μέσα σε ένα πεντάλεπτο, μπορεί να σε πουν εθνικιστή, «μακεδονομάχο», ρατσιστή, ακροδεξιό, τέρμα συντηρητικό; Πενήντα δύο χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, η έννοια της πατρίδας είναι, ακόμη, φορτωμένη με όλα εκείνα τα «καθρεφτάκια» που της φόρτωσε η χούντα. Καπηλεία, μισαλλοδοξία, γραφικότητα, υπερβολή, φανατισμό. Δεν είναι όμως αυτό η πατρίδα. Δεν είναι οι ταινίες του Τζέιμς Πάρις που προβάλλονται ακόμη στην τηλεόραση· ούτε και οι μεταφυσικές αγιογραφίες του Γιάννη Σμαραγδή. Είναι η κοινή μας χώρα με τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Καβάφη, τον Παπαδιαμάντη, τον Παλαμά, τον Σικελιανό, τον Σαββόπουλο. Η χώρα του Τσιτσάνη, του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη.

Είναι ένα μεγάλο μέρος της ποίησης, της ζωής μας και, όπως λέει ο Μ. Καραγάτσης, η ποίηση είναι ευτυχία. Είναι οι τελετές, οι γιορτές σαν την αυριανή που πάνω σε αυτές οργανώθηκε η ζωή μας, έστω και ασυνείδητα, ακόμη κι αν πρόκειται να προγραμματίσουμε τριήμερο. Είναι το τοπίο γύρω μας. Είναι η γλώσσα που μάθαμε από τη μάνα μας, «…τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου», όπως γράφει ο Ελύτης. «Ποια γλώσσα;», θα αναρωτηθεί κάποιος. «Υπάρχουν σήμερα ελληνικά έτσι όπως τα έχουν κάνει;». Και όμως. Φέρτε μου έναν σύγχρονο Ελληνα, ένα νέο παιδί από αυτά που κριντζάρουν και φλεξάρουν, που θα ακούσει τις πρώτες νότες από ένα τσάμικο και δεν θα αρχίσει, ασυνείδητα, να κρατάει τον ρυθμό χτυπώντας το πόδι του στο πάτωμα. Μα αυτό ακριβώς δεν είναι η μέθεξη; Η επικοινωνία, η επαφή που δημιουργεί την κοινότητα. Και βάλτε το ίδιο παιδί σε μια περιφορά Επιταφίου και ελάτε μετά να μου πείτε αν συγκινήθηκε, αν ένιωσε ότι συνδέθηκε με κάτι που μπορεί να μην ήξερε καν ότι υπήρχε.

Τι είναι η πατρίδα μας σήμερα, εκτός από μια χώρα που αγαπάμε να μισούμε; Πώς το λέει ο Ρασούλης; «Αχ Ελλάδα θα σ’ το πω πριν λαλήσεις πετεινό, δεκατρείς φορές μ’ αρνιέσαι, μ’ εκβιάζεις, μου κολλάς, σαν το νόθο με πετάς, μα κι απάνω μου κρεμιέσαι». Είναι η χώρα που τρώει τα παιδιά της ή μια χώρα που την τρώνε τα παιδιά της – όταν δε φαγώνονται μεταξύ τους;

Παράγκα

Οταν η δική μου γενιά αναρωτιόταν στις σχολικές γιορτές τι είναι η πατρίδα μας, λίγα χρόνια αργότερα άκουσε Σαββόπουλο. Που μας έλεγε ότι η Ελλάδα είναι μια ατέλειωτη παράγκα. Πενήντα και βάλε χρόνια μετά, η παράγκα σενιαρίστηκε, έγινε μεζονέτα, απέκτησε θερμαινόμενο πάτωμα και παντζούρια που ανοιγοκλείνουν με τηλεκοντρόλ. Δεν ξέρω, όμως, αν αλλάξαμε εμείς. Που προτιμάμε να είμαστε «λαός στα πεζοδρόμια», παρά πολίτες. Κατά τα άλλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αναστενάζει στα γήπεδα, τα καφενεία έγιναν μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι φυλλάδες της μιάμισης γραμμής αντικαταστάθηκαν από την ανεξέλεγκτη τεχνητή νοημοσύνη. Και ο χαφιές που μας ακολουθεί; Φοβάμαι, η ίδια μας η συνείδηση.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.