Η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική χώρα στην ευρύτερη περιοχή και συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ενωση που «γοητεύεται» από την πυρηνική ενέργεια. Οι περισσότεροι γείτονές της είτε διαθέτουν ήδη αντιδραστήρες σε λειτουργία (Βαλκάνια) είτε τους κατασκευάζουν (Τουρκία, Αίγυπτος) είτε εξετάζουν σοβαρά την επαναλειτουργία εκείνων που είχαν απενεργοποιήσει πριν από αρκετά χρόνια (Ιταλία), ακολουθώντας το ρεύμα της απεξάρτησης από τη συγκεκριμένη μορφή, η οποία είχε χαρακτηριστεί ως η πλέον επικίνδυνη για την ανθρωπότητα. Δικαίως, σε μεγάλο βαθμό, εξαιτίας τόσο των κινδύνων από πιθανά δυστυχήματα – κανείς δεν έχει ξεχάσει το Τσέρνομπιλ, το Θρι Μάιλ Αϊλαντ και τη Φουκουσίμα – όσο και της μεγάλης διάρκειας ζωής των αποβλήτων.
Τα δεδομένα, όμως, έχουν αλλάξει ριζικά, για τρεις κυρίως λόγους. Πρώτον, εξαιτίας της επιστροφής στην εποχή των έντονων οικονομικών και γεωπολιτικών ανταγωνισμών, που απαιτούν ανάμεσα στα άλλα και όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία. Δεύτερον, λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης και των αναγκαίων κέντρων δεδομένων, τα οποία καταναλώνουν ασύλληπτα μεγάλες ποσότητες ενέργειας. Και τρίτον, επειδή οι ανανεώσιμες πηγές δεν διασφαλίζουν την αναγκαία σταθερότητα στα δίκτυα διανομής.
Σε αυτό το φόντο, το σύνθημα που μοιάζει πλέον να κυριαρχεί σε πολλές κυβερνήσεις είναι το «Ατομική ενέργεια; Ναι, ευχαριστούμε!», καθώς θεωρούν ότι η απάντηση στα παραπάνω προβλήματα βρίσκεται εκεί. Αυτός είναι και ο λόγος που έκανε την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να πει κατά τη χθεσινή διάσκεψη στο Παρίσι: «Ηταν ένα στρατηγικό λάθος της Ευρώπης να γυρίσει την πλάτη σε μια αξιόπιστη και προσιτή πηγή ενέργειας, που παράγει μάλιστα μικρές ποσότητες ρύπων».
Θρίαμβος για τον Μακρόν
Η παραδοχή αυτή συνιστά, αναμφίβολα, μια σημαντική νίκη για τον οικοδεσπότη Εμανουέλ Μακρόν. Εξάλλου, ο πρόεδρος της Γαλλίας – η οποία καλύπτει περίπου τα δύο τρίτα των ενεργειακών της αναγκών μέσω αντιδραστήρων – ήταν αυτός ο οποίος είχε αρνηθεί κατηγορηματικά την κατάταξη της ατομικής ενέργειας στις «βρώμικες μορφές», στο πλαίσιο της συζήτησης εντός ΕΕ για το πέρασμα στην «πράσινη οικονομία». Ερχόμενος, έτσι, σε ευθεία σύγκρουση με τη Γερμανία, η οποία από την εποχή της Ανγκελα Μέρκελ είχε αποφασίσει να κλείσει τους δικούς της αντιδραστήρες, όπως και έκανε (αν και τώρα ο Φρίντριχ Μερτς το επανεξετάζει).
Σημειώνεται, μάλιστα, πως ο Μακρόν, προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του, είχε συμπτύξει λόμπι με τους πρώην «δορυφόρους» της ΕΣΣΔ στην ανατολική και νότια Ευρώπη, που επίσης βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην πυρηνική ενέργεια. Τότε είχε προκαλέσει την έντονη αντίδραση του Βερολίνου και των δυτικοευρωπαίων εταίρων του – σήμερα, όμως, δικαιώνεται πανηγυρικά.

Τι είναι οι «αντιδραστήρες τσέπης»
Εδώ και αρκετά χρόνια, πολλά κράτη διεξάγουν εντατικές έρευνες προς δύο κατευθύνσεις. Η μία αφορά την ανάπτυξη της τεχνολογίας της πυρηνικής σύντηξης, η οποία, σε αντίθεση με τη σχάση, μπορεί να παράγει ενέργεια χωρίς ουσιαστικά τα ανεπιθύμητακαι επικίνδυνα απόβλητακαι με σαφώς μικρότερηαπειλή καταστροφικώνδυστυχημάτων. Η άλλη έχεινα κάνει με την ανάπτυξη μιας νέας γενιάς αντιδραστήρων, των αποκαλούμενων «αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων» (SMR), που είναι σε θέση να παράγουν ως 300 μεγαβάτ ισχύος και είναι πολύ μικρότεροι σε μέγεθος σε σύγκριση με τους παραδοσιακούς που βρίσκονται σε λειτουργία. Ορισμένοι δε από αυτούς, με δυναμικότητα 20-30 μεγαβάτ, είναι τόσο μικροί ώστε έχουν ονομαστεί «αντιδραστήρες τσέπης».
Τα πλεονεκτήματα των SMR, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι πολλά και επιτρέπουν ακόμη και σε χώρες χωρίς πρότερη εμπειρία να τους υιοθετήσουν. Ανάμεσα στα άλλα, προβάλλονται η ευελιξία και η ευκολία της εγκατάστασής τους, η δυνατότητα να αναπτυχθούν σε σειρά και να επιτευχθεί οικονομία κλίμακας, οι σαφώς μικρότερες απαιτήσεις σε νερό ψύξης, ο περιορισμός των πιθανοτήτων δυστυχήματος και η ευκολότερη αντιμετώπισή του εάν συμβεί, καθώς και αρκετά ακόμη.
Προφανώς, όμως, υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Αφενός, επειδή και αυτοί χρησιμοποιούν την παραδοσιακή τεχνολογία της σχάσης, κατά συνέπεια παράγουν επίσης τοξικά και επικίνδυνα απόβλητα. Αφετέρου, διότι η τεχνολογία δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί σε βαθμό που να θεωρείται αξιοποιήσιμη εμπορικά και ενδεχομένως αυτό να μη γίνει πριν από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι σήμερα μόνο η Κίνα έχει φτάσει σε αυτό το επίπεδο και ετοιμάζεται να κάνει το μεγάλο άλμα, ακολουθούμενη από τη Ρωσία – με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία να είναι ακόμη αρκετά πίσω.






