Σαράντα οκτώ ώρες μετά την έναρξη της μεγαλύτερης κοινής στρατιωτικής επιχείρησης ΗΠΑ – Ισραήλ από την εισβολή στο Ιράκ το 2003, η ρητορική υποχώρηση στην Ουάσιγκτον είναι εντυπωσιακή. Ο πρόεδρος Τραμπ, που το Σάββατο μίλησε για «μεγάλες πολεμικές επιχειρήσεις» και κάλεσε τους Ιρανούς να αδράξουν «την ώρα της ελευθερίας», δήλωσε την Κυριακή στο The Atlantic ότι «οι νέοι ηγέτες του Ιράν θέλουν να μιλήσουν, και έχω συμφωνήσει να μιλήσω».
Ο ανώτατος ηγέτης είναι νεκρός. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τη θεωρία νίκης της Ουάσιγκτον. Το αμερικανικό σχέδιο βασίστηκε σε μια παραδοχή δανεισμένη από τη Λιβύη, το Ιράκ ή τη Βενεζουέλα: αποκεφάλισε την ηγεσία και ο μηχανισμός θα καταρρεύσει. Φαίνεται ότι δεν στηρίχθηκε σε πληροφορίες από το πεδίο αλλά σε αφηγήσεις της διασποράς, στην πεποίθηση ότι το Ιράν κρατιέται ενωμένο από έναν γηραιό άνδρα και ότι ο πληθυσμός είναι μια μονολιθική αντικαθεστωτική μάζα που περιμένει την απελευθέρωση.
Το Ισραήλ συμμερίζεται αυτόν τον στόχο, αλλά λειτουργεί με εναλλακτική: ακόμη κι αν το καθεστώς επιβιώσει, ένα Ιράν βυθισμένο σε εσωτερική κρίση δεν μπορεί να στηρίξει το πυρηνικό του πρόγραμμα ούτε τη Χεζμπολάχ, τη Χαμάς ή τους Χούθι. Οι αρχιτέκτονες της επιχείρησης υπέθεσαν ότι η ανώτατη ηγεσία λειτουργεί όπως οι προεδρίες του Σαντάμ, του Καντάφι ή του Μαδούρο – προσωποπαγή καθεστώτα που καταρρέουν μαζί με το πρόσωπο.
Ομως η σιιτική πολιτική θεολογία ενσωματώνει ένα έτοιμο αφήγημα μαρτυρολογίας που οι αμερικανοί σχεδιαστές φαίνεται να μην έλαβαν υπόψη. Από τους δώδεκα ιμάμηδες, οι έντεκα τιμώνται ως αθώοι, καταπιεσμένοι και σκοτωμένοι από τυράννους. Το παράδειγμα της Καρμπάλα – ο Χουσεΐν σκοτωμένος από τον Γιαζίντ – αποτελεί τον πυρήνα της σιιτικής συλλογικής μνήμης επί δεκατέσσερις αιώνες. Η δολοφονία του Χαμενεΐ από τον εχθρό, εν μέσω Ραμαζανιού, ταιριάζει σε αυτό το πρότυπο με εντυπωσιακή ακρίβεια. Ο μηχανισμός προπαγάνδας του καθεστώτος δεν χρειάζεται να επινοήσει τίποτα· η ιστορία έχει ήδη προσφέρει το υλικό.
Τα δυτικά πλάνα Ιρανών που πανηγυρίζουν είναι πραγματικά – αλλά το ίδιο ισχύει για τα εκατομμύρια οικογενειών της Επανάστασης, μελών των Μπασίτζ, σπουδαστών ιερατικών σχολών και της συντηρητικής αγροτικής βάσης, για τους οποίους αυτό δεν είναι απελευθέρωση αλλά μαρτύριο. Μια σοβαρή στρατηγική εκτίμηση θα στάθμιζε και τα δύο ακροατήρια. Αυτή προφανώς δεν το έκανε. Οταν πολιορκείς ένα φρούριο, το βάρος της απόδειξης πέφτει στον πολιορκητή: αυτός πρέπει να το καταλάβει.
Οι αμυνόμενοι χρειάζεται μόνο να κρατήσουν. Το Ιράν σήμερα είναι ρημαγμένο – ο ηγέτης του δολοφονημένος, οι διοικητές του νεκροί, η αεράμυνά του εξουδετερωμένη, το πυρηνικό του πρόγραμμα κατεστραμμένο. Αλλά η Ουάσιγκτον όρισε ως στόχο την αλλαγή καθεστώτος και υπαναχώρησε μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες. Το Ισραήλ ίσως αποκομίσει δευτερεύον όφελος αν το καθεστώς παραμείνει βυθισμένο σε εσωτερική αναταραχή. Αλλά ακόμη και αυτό το σενάριο έχει δομικό πρόβλημα: η ξένη στρατιωτική επίθεση είναι ο πιο αξιόπιστος παράγοντας εσωτερικής συσπείρωσης.
Η επιχείρηση χάρισε στο καθεστώς έναν μαρτυρημένο ανώτατο ηγέτη, ένα πολεμικό αφήγημα του Ραμαζανιού και έναν εξωτερικό εχθρό απέναντι στον οποίο κάθε εσωτερική φατρία – ακόμη και όσες έχουν πραγματικά παράπονα – πρέπει τώρα να συσπειρωθεί ή να χαρακτηριστεί προδοτική. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ επιδίωξαν να αποσταθεροποιήσουν την Ισλαμική Δημοκρατία. Ισως τελικά να της προσέφεραν την ισχυρότερη πηγή εσωτερικής συνοχής που είχε εδώ και δεκαετίες.
Ο Οραλ Τογκά είναι ερευνητής με αντικείμενο τη γεωπολιτική της Μέσης Ανατολής στο Center for Iranian Studies (İRAM) στην Αγκυρα.






