Λένε πως όλα ξεκίνησαν από μια νέα μόνιμη έκθεση, με τίτλο «Η Ιστορία της Μόσχας», που άνοιξε στο Μουσείο της Μόσχας στα τέλη Δεκεμβρίου του 2024. Η έκθεση ανασυνθέτει την καθημερινή ζωή των Μοσχοβιτών από την Εποχή του Σιδήρου – όταν εμφανίστηκαν οι πρώτοι οικισμοί κατά μήκος του ποταμού Μόσκοβα – μέχρι την είσοδο της ΕΣΣΔ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αρχικά, σχεδιαζόταν να περιλαμβάνει και ένα τμήμα για τη σοβιετική καταστολή, καλύπτοντας γεγονότα όπως η Δίκη του Σάχτι το 1928 και η ιστορία του Σπιτιού στην Προκυμαία της Μόσχας, όπου εκατοντάδες συνελήφθησαν και στη συνέχεια εξορίστηκαν ή εκτελέστηκαν στη διάρκεια του Μεγάλου Τρόμου. Τα συνοδευτικά κείμενα τα είχε ετοιμάσει το προσωπικό ενός άλλου, καθ’ ύλην αρμόδιου ιδρύματος: του Μουσείου Ιστορίας των Γκουλάγκ, που λειτουργούσε από το 2001.
Στη συνέχεια, όμως, ήρθε μια εντολή άνωθεν να αναθεωρηθούν τα επίμαχα κείμενα και λίγο αργότερα δόθηκε εντολή να αφαιρεθούν όχι μόνο τα κείμενα αλλά ολόκληρο το τμήμα για την καταστολή. Ανθρωποι «από ψηλά» πλησίασαν τον διευθυντή του Μουσείου Ιστορίας των Γκουλάγκ, τον Ρομάν Ρομανόφ, πιέζοντάς τον έντονα να αναθεωρήσει την έκθεση ώστε να «ευθυγραμμιστεί με τις εποχές». Εκείνος φέρεται να αρνήθηκε.
Στις 13 Νοεμβρίου, λοιπόν, το Μουσείο Ιστορίας των Γκουλάγκ έκλεισε επ’ αόριστον, λόγω «παραβάσεων των κανόνων πυρασφάλειας» που εντοπίστηκαν – ω τι έκπληξη – στη διάρκεια ελέγχου. Εναν και κάτι μήνα αργότερα, η νέα μόνιμη έκθεση «Η Ιστορία της Μόσχας» εγκαινιάστηκε με την εποχή του Στάλιν να απεικονίζεται πλέον μόνο μέσα από τα εσωτερικά διαμερισμάτων της Μόσχας της δεκαετίας του 1930, χωρίς καμία επεξηγηματική σημείωση. Μέσα Ιανουαρίου του 2025, ο Ρομανόφ, διευθυντής του Μουσείου Ιστορίας των Γκουλάγκ από το 2012, απολύθηκε. Αρχικά, φημολογούνταν πως το μουσείο του θα συγχωνευόταν με το Μουσείο της Μόσχας. Αλλά όχι.
Οπως ανακοινώθηκε προ ημερών, το Μουσείο Ιστορίας των Γκουλάγκ θα γίνει ένα «Μουσείο Μνήμης» αφιερωμένο σε αυτό που το Κρεμλίνο αποκαλεί «γενοκτονία του σοβιετικού λαού» στα χέρια της ναζιστικής Γερμανίας. Η έννοια της «γενοκτονίας του σοβιετικού λαού», βέβαια, δεν έχει καμία βάση στο καθιερωμένο διεθνές δίκαιο.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν εισήγαγε την ορολογία στον ρωσικό δημόσιο διάλογο τον Ιούλιο του 2020, όταν δήλωσε ότι τα ναζιστικά εγκλήματα κατά των σοβιετικών πολιτών «δεν παραγράφονται» και πρέπει να αναγνωριστούν ως γενοκτονία τόσο στη Ρωσία όσο και διεθνώς. Ρωσικά δικαστήρια και Δούμα έσπευσαν να συμμορφωθούν. Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές πως το κλείσιμο του μουσείου για τα γκουλάγκ και η αντικατάστασή του με ένα μουσείο που εστιάζει μόνο στα εγκλήματα των Ναζί μετατοπίζουν τη μνήμη από τα εγκλήματα του σοβιετικού κράτους σε έναν εξωτερικό εχθρό – ένα αφήγημα που εξυπηρετεί και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το μείζον θέμα όμως δεν είναι ότι αυτά συμβαίνουν στη Ρωσία του Πούτιν, είναι ότι έχουν αρχίσει να συμβαίνουν στις ΗΠΑ του Τραμπ. Η κυβέρνηση του τελευταίου χρεώνεται ήδη πολλές προσπάθειες παρέμβασης σε μουσεία και μνημεία ώστε να προωθήσει μια πιο «πατριωτική» εκδοχή της αμερικανικής ιστορίας – μεταξύ άλλων, έχει ζητήσει να αφαιρεθούν από τα μουσεία του Ινστιτούτου Σμισθόνιαν αφηγήσεις που θεωρούνται «αντιαμερικανικές» ή «διχαστικές» (βλ. ρατσισμός και δουλεία), ενώ έχει υποστηρίξει την επαναφορά αγαλμάτων και μνημείων της Συνομοσπονδίας που είχαν αφαιρεθεί μετά τις διαμαρτυρίες του 2020.
Αλλά η «προσέγγιση» Ουάσιγκτον – Μόσχας δεν σταματά εδώ. Μόλις πρόσφατα, ο ρωσοαμερικανός δημοσιογράφος Αντον Τροϊανόφσκι κατέγραψε στους «New York Times» όλους τους τρόπους με τους οποίους ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν θυμίζει τον Πούτιν και την Ουκρανία.
Ο ρώσος πρόεδρος μιλούσε εξαρχής για μια «ειδική στρατιωτική επιχείρηση». «Δεν ξεκινήσαμε τον λεγόμενο πόλεμο στην Ουκρανία. Αντίθετα, προσπαθούμε να τον τελειώσουμε», είχε διαβεβαιώσει λίγο μετά την ολομέτωπη ρωσική εισβολή. «Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε καν αρχίσει», δήλωσε ο ίδιος τον Ιούλιο του 2022, έπειτα από μήνες μάχης με πενιχρά αποτελέσματα. «Δεν έχουμε καν αρχίσει να τους χτυπάμε δυνατά», δήλωσε από την πλευρά του ο Τραμπ στο CNN την περασμένη Δευτέρα.
«Δεν ξεκίνησαν» οι ΗΠΑ «αυτόν τον πόλεμο, αλλά υπό τον πρόεδρο Τραμπ τον τελειώνουμε», διαβεβαίωσε την ίδια μέρα ο υπουργός Αμυνάς του Πιτ Χέγκσεθ. Λίγα 24ωρα νωρίτερα, ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Βουλής Μάικ Τζόνσον είχε ερωτηθεί αν «αυτό είναι πόλεμος» – «νομίζω ότι πρόκειται για μια επιχείρηση», απάντησε.
Θα πει κανείς, χανόμαστε σε σημειολογίες. Αλλά όχι. Δεν είναι «σημειολογία» η εκτίμηση του Τραμπ πως το δημοτικό σχολείο θηλέων της Μινάμπ το χτύπησε κατά λάθος η Τεχεράνη, άρα αυτή ευθύνεται για τους 175 νεκρούς του: βίντεο που υπέδειξε πρώτη η Bellingcat δείχνει ξεκάθαρα έναν αμερικανικό πύραυλο Τόμαχοκ να χτυπάει ναυτική βάση δίπλα στο σχολείο.
Σιγά σιγά, μάλιστα, ο Πιτ Χέγκσεθ μοιάζει να γίνεται για την κυβέρνηση Τραμπ ό,τι και ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ για το καθεστώς Πούτιν – ένας εμπρηστής γελωτοποιός που με υπερβολικές και προκλητικές δηλώσεις ανάβει φωτιές και ενισχύει την εικόνα ισχύος του Ηγέτη. Τουλάχιστον τον Χέγκσεθ επιτρέπεται να τον σατιρίζουν στα βραδινά τοκ σόου. Και το κάνουν, μέχρι δακρύων. Αλλά και μέχρι νεωτέρας.






