Ο διατλαντισμός ενταφιάστηκε στη φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, αλλά παραμένει ασαφές αν οι Ευρωπαίοι το κατανόησαν πλήρως. Σε ένα μάλλον αμήχανο θέαμα, η ευγενική αλλά πλήρως MAGA ομιλία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο έτυχε επευφημιών από ορισμένους στο, κυρίως ευρωπαϊκό, ακροατήριο. Σαφώς, η Ευρώπη εξακολουθεί να αγωνίζεται – τόσο συναισθηματικά όσο και από πολιτικής άποψης – να αποδεχτεί ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει ήδη διαλύσει τη διατλαντική συμμαχία. Βυθισμένοι σε μια κατάσταση άρνησης, οι Ευρωπαίοι δεν καταφέρνουν να αναπτύξουν τη δική τους αίσθηση ταυτότητας, πόσω μάλλον μια στρατηγική για τη διατήρηση της εθνικής τους κυριαρχίας σε έναν επικίνδυνο νέο κόσμο.
Η αποχώρηση της Αμερικής – συναισθηματικά, πολιτικά και στη συνέχεια στρατιωτικά – θα αλλάξει δραματικά την Ευρώπη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η συντριπτικά κυρίαρχη δύναμη στη Δυτική Ευρώπη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στην Ευρώπη συνολικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς ανατολάς. Ως η κορυφαία υπερδύναμη στον κόσμο, οι ΗΠΑ εκτός από την προστασία των Ευρωπαίων από την απειλή της Σοβιετικής Ενωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αποτέλεσαν φραγμό και στην επανεμφάνιση μιας εθνικιστικής, ρεβανσιστικής Γερμανίας.
Η τελευταία προοπτική ανησυχεί εδώ και καιρό πολλούς από τους ευρωπαίους γείτονες της Γερμανίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τόσο η Μάργκαρετ Θάτσερ και Φρανσουά Μιτεράν αγωνίστηκαν παρασκηνιακά για να επιβραδύνουν τη διαδικασία της γερμανικής επανένωσης μετά την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου το 1989. Μέχρι πρόσφατα, το κύρος και η στρατιωτική παρουσία της Αμερικής στη Γηραιά Ηπειρο χρησίμευαν ως γεωπολιτική εγγύηση για τη γερμανική επανένωση. Μόνο εξουδετερώνοντας τους ιστορικά ριζωμένους φόβους θα μπορούσε να προχωρήσει η βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Ωστόσο, τώρα, οι ΗΠΑ ετοιμάζονται να αποσυρθούν στρατιωτικά από την Ευρώπη. Αν συμβεί, οι επιπτώσεις για την Ευρώπη θα είναι βαθιές. Η φύση των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί από το τι θα αποφασίσουν τα δύο βασικά ιδρυτικά μέλη της ΕΕ, η Γερμανία και η Γαλλία – και οι δύο αντιμετωπίζουν σημαντικές πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις προσαρμογής. Μπορούν να επιλύσουν τις διαφωνίες χωρίς την εξωτερική σταθεροποιητική δύναμη των ΗΠΑ;
Αυτό αποτελεί τώρα το θεμελιώδες ευρωπαϊκό ερώτημα – η απάντηση θα κρίνει το μέλλον της ηπείρου. Μόνο εάν Παρίσι και Βερολίνο παραμείνουν πιστά στις ευρωπαϊκές τους δεσμεύσεις μπορεί η Ευρώπη να πετύχει ως πολιτική οντότητα. Αλλιώς, kaput. Η επιστροφή στην εθνικιστική παράδοση – την πηγή τόσων αιματοχυσιών στην ήπειρο – θα ήταν μια πράξη αυτοκαταστροφής, που θα οδηγούσε στο τέλος της ευρωπαϊκής αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας στον 21ο αιώνα.
Ενώ η συνεργασία είναι απαραίτητη, η Γερμανία είναι η αποφασιστική μεταβλητή. Ως οι νικήτριες ευρωπαϊκές δυνάμεις μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βρετανία και η Γαλλία – με τα πυρηνικά τους όπλα και τις μόνιμες έδρες στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ – μπορεί να εξακολουθούν να προσκολλώνται στην ψευδαίσθηση ότι είναι πλήρως κυρίαρχες μεσαίες δυνάμεις. Αλλά σε μια εποχή επανεμφανιζόμενου ιμπεριαλισμού μεγάλων δυνάμεων, πρόκειται για ψευδαίσθηση. Παρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν μόνο κάποιον μέτριο ρόλο στο περιθώριο, δεν μπορούν ρεαλιστικά να ελπίζουν σε κάτι περισσότερο από αυτό ως ανεξάρτητες δυνάμεις.
Λόγω της ιστορίας της – κυρίως των καταστροφικών ηττών της σε δύο παγκόσμιους πολέμους – η Γερμανία δεν έχει καν αυτή την επιλογή. Αν προσπαθούσε έστω και να φτάσει γεωπολιτικά τη Βρετανία και τη Γαλλία, θα αποσταθεροποιούσε την Ευρώπη και τελικά θα έφερε την ευθύνη για τον εκτροχιασμό της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αντίθετα, η αποχώρηση της Αμερικής από την Ευρώπη θέτει ακόμη μεγαλύτερες απαιτήσεις στη γερμανική ηγεσία για τη διευκόλυνση της ευρωπαϊκής συνεργασίας. Η Γερμανία πρέπει να καταβάλει ακόμη μεγαλύτερες προσπάθειες για να διασφαλίσει ότι συνεργάζεται στενά με τη Γαλλία και άλλους.
Για να γίνει αυτό, θα απαιτηθεί σαφής ανάλυση τόσο των ευρωπαϊκών όσο και των εθνικών συμφερόντων, καθώς και ισχυρή δέσμευση για αξιόπιστη δράση. Η Γερμανία πρέπει να παραμείνει ιστορικά συνειδητή, επιδεικνύοντας ευαισθησία στα συμφέροντα των εταίρων της. Η αποχώρηση της Αμερικής θα την αναγκάσει, μαζί με τη Γαλλία και άλλους, να αναλάβει έναν πιο κυρίαρχο ηγετικό ρόλο εντός της Ευρώπης, και πρέπει να ασκήσει υπεύθυνα την εξουσία που συνοδεύει αυτό το καθεστώς. Καθώς ο χρόνος τελειώνει, η Γερμανία πρέπει να αποδείξει ότι είναι πρόθυμη και ικανή να ανταποκριθεί στην πρόκληση. Το πρώτο βήμα είναι να απορρίψει την ιδέα ότι ο διατλαντισμός είναι ακόμα ζωντανός.
Ο Γιόσκα Φίσερ, υπουργός Εξωτερικών και αντικαγκελάριος της Γερμανίας από το 1998 έως το 2005, ήταν ηγέτης των γρμανών Πρασίνων επί σχεδόν 20 χρόνια






