Η διαφορά ενός πραγματικά σημαντικού πολιτικού με έναν κάθε άλλο παρά σημαντικό συνάδελφό του είναι πραγματικά πολύ εύκολη στην επισήμανσή της, όσο κι αν πρόκειται για μια αβυσσαλέα διαφορά. Ο μεν πρώτος ό,τι λέει, φαίνεται όχι μόνον να το εννοεί, ακόμη και μ’ ένα υπολογίσιμο περιθώριο να διαψευστεί, αλλά το λέει κυρίως με τη βεβαιότητα ότι δεν θα ξεχαστεί και επομένως, ανά πάσα στιγμή, θα μπορεί να κληθεί να λογοδοτήσει για την όποια μικρής ή μεγάλης τάξεως ανακολουθία του.
Ο δεύτερος μιλάει σάμπως ό,τι λέγεται είναι μόνο και μόνο για να δημιουργηθεί μια εντύπωση, που η ανάμνησή της θα παραμένει τόσο ισχυρή ώστε ο ίδιος ν’ απολαμβάνει εσαεί τις θετικές επιπτώσεις που είχε δημιουργήσει, χωρίς ωστόσο κανείς να θυμάται τι ακριβώς είχε ειπωθεί και είχε προκληθεί η ευεργετικά εξαργυρώσιμη εντύπωση.
Αν υπάρχει Θεός, πώς θα μπορούσε να κρίνει κανείς επιεικέστερα τον Γιάννη Ραγκούση, παρά κατηγορώντας τον για αυταρέσκεια, έπαρση ή έλλειψη ειλικρίνειας, ενώ, τον άκουγε να λέει πως είτε ανήκε στον χώρο του ΠΑΣΟΚ είτε μεταγενέστερα στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, τα έδρανα όπου κάθονταν, όταν προσέρχονταν στη Βουλή ήταν ακριβώς τα ίδια. Παρέμεινε δηλαδή ιδεολογικά αμετακίνητος είτε ήταν στο ΠΑΣΟΚ που μας τον πρωτογνώρισε είτε στον ΣΥΡΙΖΑ όπου μετακινήθηκε γιατί συνέχισε να χρησιμοποιεί την ίδια καρέκλα!
Ενας θρησκευόμενος δηλαδή δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθεί ως προς την πίστη του, επειδή συμβαίνει να καταλαμβάνει, κατά τη διάρκεια του κυριακάτικου εκκλησιασμού, το ίδιο πάντα στασίδι. Με λίγα λόγια ακόμη και μια ιδεοληψία, ένας καταναγκασμός, ή μια συμπτωματική συμπεριφορά συνιστούν εχέγγυα ώστε να πείθει κανείς όσον αφορά το κύρος και τη συνέπεια της πολιτικής του ηθικής. Σε τόσο απόλυτο μάλιστα βαθμό ώστε αν τολμούσε να ψέξει κανείς τον πολιτικό για μια υπολογισμένη, αν όχι και ιδιοτελώς επωφελή, μετακίνηση, θα μπορούσε να λογαριαστεί ως ένα άτομο συντηρητικό σε σχέση με μια εντελώς καινούργιας κοπής «προοδευτικότητα».
Βέβαια είναι εκατοντάδες τα περιστατικά που θα προκαλούσαν μια έστω και μέτρια μορφή αγανάκτησης, όπως αυτό που εκφράστηκε ήδη ώστε εύλογα θα μιλούσε κανείς για μια μορφή αδικίας σε βάρος του Γιάννη Ραγκούση. Δεν παύει όμως μερικές περιπτώσεις να παραμένουν τόσο χαρακτηριστικές ώστε να μπορεί να λογαριαστούν ως αντιπροσωπευτικές και συνοψιστικές όσον αφορά σε συμπεριφορές και, κυρίως σε λεγόμενα που δημιουργούν μια εξόχως παραπλανητική σύγχυση.
Με μια αντίστοιχή τους να χρεώνεται στον δήμαρχο Αθηναίων όταν σε μια τηλεοπτική εκπομπή και σε ερώτηση πώς κρίνει τη συμπεριφορά ενός πολιτικού του συνοδοιπόρου που με δηλώσεις του έδειξε να αυτονομείται σε σχέση με την επίσημη κομματική «γραμμή», είπε με περισσή μάλιστα αυτοπεποίθηση: «Εμένα δεν μ’ ενδιαφέρουν τα πρόσωπα, μ’ ενδιαφέρουν οι πολιτικές». Συγγνώμην, το πρώτο που αναρωτιέται και επείγεται να ρωτήσει κανείς είναι ως τι άραγε θεωρούνται οι «πολιτικές». Πρόκειται για αυτόνομες οντότητες που τις προσεταιρίζεσαι και τις ιδιοποιείσαι καταχρηστικά καθώς οι ίδιες θα μπορούσε να υπάρξουν και από μόνες τους, ώστε παραμένοντας αμόλυντες αφού δεν μπορεί να τις ασκήσει κανείς ή να μεταποιηθούν σε πράξη, μπορείς να τις επικαλείσαι ως τεκμήριο της ανιδιοτέλειάς σου; Υψιστε (και πάλι) Κύριε, ως ποιο βαθμό μπορεί να πιστεύει κανείς ότι είναι δυνατόν να κοροϊδεύει τους άλλους χωρίς να γίνεται αντιληπτός.






