Από… κόσκινο περνούν τους τελευταίους μήνες καθεστώτα ασύλου, που έχουν χορηγηθεί τα τελευταία χρόνια σε χιλιάδες μετανάστες. Ο λόγος αυτής της σαρωτικής επανεξέτασης είναι, σύμφωνα με το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, η διαπίστωση εάν συντρέχουν ακόμη οι λόγοι διατήρησης του ασύλου.
Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής, που ξεκίνησε από το περασμένο καλοκαίρι με εντολή του υπουργού Θάνου Πλεύρη, είναι η καταγραφή ρεκόρ ανακλήσεων ασύλου, με τον ίδιο τον υπουργό να προαναγγέλλει πως έως το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2026 θα ανακληθούν πάνω από 1.000 δελτία ασύλου.
Επανέλεγχος με κριτήρια
Από το βήμα της Βουλής, ο Θάνος Πλεύρης, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση σχετικά με την περίπτωση του προέδρου της πακιστανικής κοινότητας Τζαβέντ Ασλαμ, του οποίου το άσυλο είναι σε φάση επανεξέτασης, ξεκαθάρισε πως «το άσυλο δεν είναι μόνιμη κατάσταση. Εχω δώσει εντολή να επανεξεταστούν όλες οι περιπτώσεις. Ο επανέλεγχος δεν θα γίνει ονομαστικά αλλά με βάση συγκεκριμένα κριτήρια όπως αν ο κάτοχος ασύλου έχει συλληφθεί ή εμπλέκεται σε υποθέσεις που αφορούν τη δημόσια τάξη ή προέρχεται από χώρες που πλέον θεωρούνται ασφαλείς. Στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις το άσυλο θα ανακαλείται. Το μήνυμά μας είναι σαφές και ξεκάθαρο: αν κάποιος δεν κινδυνεύει στη χώρα καταγωγής του θα ανακαλείται το άσυλο και θα επιστρέφει στη χώρα του. Αυτή είναι η κεντρική μας πολιτική».
Υπενθυμίζεται πως την περασμένη εβδομάδα κατά τη διάρκεια τετραμερούς (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Πακιστάν) που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη, ο κ. Πλεύρης ενημέρωσε τον πακιστανό ομόλογό του ότι έχουν ήδη ξεκινήσει οι διαδικασίες επαναξιολόγησης αναγνωρισμένων προσφύγων πακιστανικής καταγωγής που διαμένουν στην Ελλάδα, καθώς και η ανάκληση καθεστώτων ασύλου που είχαν χορηγηθεί κατά το παρελθόν, όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Στο επίκεντρο των εν δυνάμει ανακλήσεων ασύλου βρίσκονται Σύροι, Αιγύπτιοι, Ιρακινοί αλλά και Πακιστανοί, οι οποίοι έχουν λάβει καθεστώς διεθνούς προστασίας στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Στη μεν περίπτωση της Συρίας, μετά την πτώση του καθεστώτος Ασαντ θεωρείται ότι δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι, οι οποίοι είχαν τεθεί κατά την αίτηση για χορήγηση ασύλου. Από την άλλη, το Πακιστάν βρίσκεται πια στη λίστα με τις ασφαλείς χώρες.
Ωστόσο, το ερώτημα που γεννάται είναι εάν μετά και τις τελευταίες εξελίξεις στο Πακιστάν (ανάφλεξη Πακιστάν – Αφγανιστάν), αυτή θα συνεχίσει να θεωρείται ασφαλής χώρα ή εάν αυτές οι συγκρούσεις θα επηρεάσουν με κάποιον τρόπο τις ανακλήσεις. Οπως τόνιζαν στα «ΝΕΑ» πηγές στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, ακόμη είναι πολύ νωρίς για να υπάρξει αντίδραση από την Ευρώπη και να αφαιρέσει το Πακιστάν από την ασφαλή λίστα.
Πάντως, η νέα σαφώς πιο σκληρή προσέγγιση έχει φέρει και πιο μεγάλους αριθμούς στο κομμάτι των ανακλήσεων. Είναι ενδεικτικό πως την επταετία 2013-2020 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 19 ανακλήσεις καθεστώτων διεθνούς προστασίας, την ώρα που την περίοδο 2021-2025 οι ανακλήσεις ανήλθαν σε 583. Μόνο κατά την περσινή χρονιά καταγράφηκαν 196 ανακλήσεις ενώ για το 2026 έχουν ήδη δρομολογηθεί επιπλέον 47 περιπτώσεις.
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί πως στα τέλη του περασμένου Οκτώβρη, με εντολή του υπουργού και ύστερα από φαινόμενα που είχαν παρατηρηθεί, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε εγκύκλιο, δίνοντας οδηγίες για τις ανακλήσεις. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτή, όποιος έχει αναγνωριστεί πρόσφυγας στην Ελλάδα, έχει πάρει ταξιδιωτικά έγγραφα και επισκέπτεται τη χώρα του, από την οποία ο ίδιος έχει χαρακτηριστεί διωκόμενος, θα θεωρηθεί ως ισχυρή ένδειξη ότι πλέον δεν κινδυνεύει.
Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν οι διαδικασίες αναστολής του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, από το 2013 έως και τον Ιανουάριο του 2026, οι αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα έφτασαν τους 592.049, με τις αιτήσεις μόνο τον πρώτο μήνα του 2026 να αγγίζουν τις 5.212, εκ των οποίων το 19% αφορά ανήλικους, το 65% άτομα ηλικίας 18 – 34 ετών και το 16% άτομα ηλικίας 35 – 64 ετών. Μόνο τον περασμένο Ιανουάριο, καταγράφηκαν 2.214 θετικές αποφάσεις (χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος και επικουρικής προστασίας σε α’ και β’ βαθμό), από τις οποίες το 65% αφορά πολίτες Αφγανιστάν και Σουδάν.






