Υπάρχουν δημιουργοί για τους οποίους, πριν τους συναντήσεις για να συνομιλήσεις μαζί τους, έχει οργανωθεί, έστω ρίχνοντας μερικές σκέψεις στο χαρτί, τι θα τους ρωτήσεις, σύμφωνα πάντα με την προσωπικότητά τους, όπως έχει διαμορφωθεί μέσα στα πολλά ή στα λίγα χρόνια της δουλειάς τους είτε πρόκειται για συγγραφείς και ζωγράφους είτε για σκηνοθέτες, ηθοποιούς και μουσικούς.

Εχουμε την ανεκλάλητη χαρά με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο να εξελιχθεί η συνομιλία μας, χάρη στην αμεσότητα, την ορμητικότητα και την ειλικρινή του αγωνία για το τι συμβαίνει γύρω μας και προπαντός χάρη στην επιφύλαξη, αν όχι την αντιπάθειά του, για τις έννοιες της «καριέρας» και της «επιτυχίας», σε μια συνάντηση που τα «πεπραγμένα» της οριοθετούν μια πολύ ευαίσθητη περιοχή, χαρακτηρισμένη με την πρώτη ματιά ως καλλιτεχνική, αλλά που παραμένει όμως ταυτόχρονα βαθύτατα πολιτική και κοινωνική.

Οπως για παράδειγμα τι γίνεται όταν χαρακτηρίζεις την εποχή μας ως «στενή» ενώ η τέχνη της ίδιας αυτής εποχής αποσκοπεί σε κάτι μεγάλο. «Το μεγάλο είναι μια πολύ σχετική έννοια γιατί σχετίζεται με κάτι το αντικειμενικό που αφορά την Ιστορία και επομένως, διαβάζοντάς το με αυτή την προοπτική, αισθάνεσαι πως είναι αδύνατον να παραχθεί κάτι πραγματικά μεγάλο. Κατά έναν παράξενο όμως τρόπο το “μεγάλο” σχετίζεται και με τη μικρή μας ζωή, μια ζωή που είναι πάντα πεπερασμένη, συγκεκριμένη και αφορά μόνο την προσωπική μας ιστορία και όχι την Ιστορία σε σχέση με τη συνολική της μορφή, εκεί όπου το μεγάλο υπάρχει πάντα.

Μέσα σ’ αυτά λοιπόν τα πλαίσια, τα δικά μου πλαίσια, μέσα σ’ αυτή τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή που μου αναλογεί, η έννοια του “μεγάλου” δεν μπορεί να εννοηθεί μόνο σε σύγκριση με το “μεγάλο” της Ιστορίας, αλλά σε σχέση και με το μικρό της δικής μου ύπαρξης. Και τότε η τέχνη γίνεται μεγάλη γιατί έρχεται να αποκαλύψει όλα αυτά που αδυνατώ να μαρτυρήσω ο ίδιος, όλα αυτά που δεν παραδέχομαι, όλα αυτά που μέσα μου νοσούν, που μέσα μου είναι λίγα και μικρά.

Σ’ όλα αυτά έρχεται να δώσει μορφή η τέχνη, γι’ αυτό είναι πάντα μεγάλη και γι’ αυτό δεν σταματάει να μας ταράζει. Καθώς την ώρα που καταπιάνομαι μαζί της, ξεχνώ ότι ιστορικά βρισκόμαστε σε μια στιγμή που μπορεί να μην την ονομάζω “μεγάλη”, αλλά για τη δική μου ζωή η σχέση μου με την τέχνη θα είναι πάντα μεγάλη».

Οταν έχει συμβεί πριν από 47 χρόνια, το 1979, στην Πράγα, ενώ αναζητούσες στη γενέτειρά του ένα βιβλίο του Φραντς Κάφκα, ένας ηλικιωμένος παλαιοβιβλιοπώλης να σου πει μέσα στον μαγικά μισοσκότεινο χώρο τού βιβλιοπωλείου του «Μη μιλάτε εδώ στην Τσεχοσλοβακία για τον Κάφκα, το καθεστώς δεν τον συμπαθεί» και να σου έχει χαρίσει, επιπλέον, ένα γραμματόσημο που απεικόνιζε τη μορφή του δημιουργού της «Δίκης» (είχε τυπωθεί στα 1968, την «Ανοιξη της Πράγας», όπως είχε ονομαστεί), επόμενο είναι τον ηθοποιό που υποδύεται σήμερα στην Αθήνα τον Γιόζεφ Κ. να θέλεις να τον ακούσεις να σου μιλάει για το πώς αναμετρήθηκε μ’ έναν τιτάνιων διαστάσεων ρόλο.

Κείμενα που ταράζουν

«Διαβάζοντας τη “Δίκη” του Κάφκα, όπως και μια σειρά από λογοτεχνικά κείμενα που με ταράζουν, καθόλου δεν αισθάνομαι ότι μπορώ ή ότι θέλω να αναμετρηθώ μαζί τους. Θέλω να ξεχάσω εντελώς το μέγεθός τους, αλλά και τη σημασία που έχουν αποκτήσει μέσα μου, και να τα αντιμετωπίσω μόνον ως ηθοποιός, δηλαδή σαν να πρόκειται για την ιστορία ενός ανθρώπου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την ιστορία του Γιόζεφ Κ., χωρίς να έχω να λογαριαστώ με το μέγεθος της φιλοσοφίας που κουβαλάει ή με το μέγεθος του συμβολισμού που συμπυκνώνει.

Οταν λοιπόν φέρω αυτό το μέγεθος στο επίπεδο της δικής μου ανθρώπινης οντότητας, τότε μπορώ να προβάλω πάνω σ’ αυτόν τον κύριο που λέγεται Γιόζεφ Κ. και στον άλλο κύριο που κρύβεται πίσω του, τον Κάφκα (θεωρώ ως έναν πολύ προσωπικό συγγραφέα τον Κάφκα), όλα αυτά που με ταράξανε ενώ διάβαζα το βιβλίο, τα δικά μου δηλαδή πράγματα, που μπορεί να μην είναι τόσο σημαντικά και τόσο μεγάλα, αλλά είναι το μόνο που ενδιαφέρει τη στιγμή της θεατρικής πράξης, όταν βγαίνω στη σκηνή για να μιλήσω και ενώ μεταφέρω το κορμί μου από τη μια άκρη της στην άλλη. Ο,τι ενδιαφέρει τελικά είναι ο άνθρωπος που έχει γίνει το δοχείο ώστε να μεταφερθούν τα συγκεκριμένα λόγια, και όχι η σημασία που είχαν τα λόγια αυτά ενώ γράφονταν.

Αλλιώς, σε περίπτωση που ήταν διαφορετική η διαδικασία, ειλικρινά το λέω, θα παρέλυα προσωπικά έστω και αν ήταν να πω μια λέξη του Ντοστογέφσκι. Και για να έρθω στους δικούς μας, μια στιχομυθία του Αισχύλου μπορεί να σε κάνει να παραλύσεις από τον φόβο σου, πώς θα συμπυκνώσεις υποκριτικά αυτό το φιλοσοφικό κείμενο, πώς θα το χωρέσεις σε μια τόσο τρέχουσα τέχνη, όπως είναι η θεατρική, τόσο γρήγορη και εφήμερη ταυτόχρονα, που έχει εκπνεύσει σχεδόν πριν προλάβεις να την αρθρώσεις».

Με τους όρους που γίνεται η συζήτηση με τον εκλεκτό πρωταγωνιστή, επόμενο είναι καθετί που λέγεται να ενδιαφέρει κυρίως ως προς το εσωτερικό του αντίκρισμα, κυρίως σε σχέση με την καθαρά εσωτερική διαδικασία που κάνει κάποιον να στρέφεται στο θέατρο. «Θα ξεκινήσω με μια λέξη φορτισμένη αρνητικά που έρχεται αμέσως στο μυαλό μου και είναι η λέξη “ανεπάρκεια”. Η ανεπάρκειά μου ως προς την ικανότητά μου να ζω, ως προς την ικανότητά μου να δημιουργώ σχέσεις, ως προς την ικανότητά μου να βιώνω τα συναισθήματά μου, γενικότερα ως προς την ικανότητά μου να είμαι παρών στη ζωή.

Αυτή η ανεπάρκεια, αυτή η δυσκολία, αυτή η δοκιμασία, αυτή η αγωνία, που με έκανε πάντα να νιώθω σαν ένας ξένος, όπως ο ξένος του Καμί, ένα είδος παράξενου παρατηρητή που δεν αισθάνεται οικειότητα παρά μόνον μέσα στο κλειστό σύμπαν του θεάτρου, δηλαδή μέσα στο ασφαλές πλαίσιο που περιέχει η θεατρική πράξη. Να διακινδυνεύω εκθέτοντας τον εαυτό μου, αλλά ταυτόχρονα να αισθάνομαι την ασφάλεια καθώς κρύβομαι πίσω από έναν ρόλο. Να είμαι απολύτως ελεύθερος να παραμένω ο εαυτός μου, ενώ κανείς δεν θα πει ποτέ “κοίτα πώς είναι ή τι κάνει ο Οδυσσέας”, αλλά τελικά ο Οδυσσέας να είναι αυτός που είναι και που κάνει ό,τι κάνει πάνω στη σκηνή. Αυτή είναι η πιο πραγματική μου εκδοχή. Και αυτή ακριβώς η εκδοχή μου, που είναι η πλαστή και ψεύτικη εκδοχή του ερμηνευτή, είναι αυτή που μου δίνει το εφόδιο να κλέβω τον όποιον ήρωα υποδύομαι και να τον φέρνω μέσα στη ζωή».

Οι δάσκαλοι

Μοιάζει σαν ένα πάγιο, διαχρονικό θέμα, στη συζήτηση μ’ έναν καλλιτέχνη, ν’ αναφέρεται στους δασκάλους του, που για να είμαστε ειλικρινείς τόσο περισσότερο εκτιμούμε τη συμβολή τους στη διαμόρφωσή του όσο λιγότερο τους είχε γνωρίσει ή και δεν είχε ποτέ αποκτήσει προσωπική επαφή μαζί τους. «Τους περισσότερους δεν τους γνώρισα. Θέλω όμως να σταθώ στον Γιάννη Φέρτη που, αν και δεν υπήρξε δάσκαλός μου – είχαμε παίξει μαζί το 2017 στην “Αλκηστη”, έκανε τον πατέρα μου –, συμπύκνωνε όλο αυτό για το οποίο μίλησα ήδη.

Ενας άνθρωπος γύρω στα ογδόντα του χρόνια, με ορθάνοιχτα μάτια πάνω στη σκηνή, με ενέργεια ενός πολύ νέου ανθρώπου, γεμάτος περιέργεια γι’ αυτό που συνέβαινε, σάμπως να μην το είχε διδαχτεί ποτέ και να μην το γνώριζε και επιπλέον επειδή το έκαναν κάποιοι νέοι άνθρωποι, δεν θα μπορούσε να έχει καν γνώμη. Αν θα μπορούσα ν’ αναφέρω κάποιον ακόμη ως δάσκαλό μου, και μάλιστα πολύ αποφασιστικό, θα ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Διαβάζω τα χρονογραφήματά του, τα κείμενά του, το βιβλίο του “Ο καθρέφτης και το μαχαίρι”, ακούω και μελετώ τα τραγούδια του αλλά και τη στάση του μέσα στη ζωή και αναγνωρίζω την ύπαρξη μιας σκέψης που δύσκολα θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνη οποιουδήποτε άλλου.

Τόσο θαρραλέος, τόσο γενναίος πάντα, χωρίς αγκυλώσεις ιδεολογικές, θεωρώ πως υπήρξε το πιο ελεύθερο, το πιο αναρχικό πνεύμα που πέρασε τα τελευταία εκατό χρόνια από την Ελλάδα. Σε σημείο που τους φίλους του, τον Γκάτσο, τον Τσαρούχη, να τους θεωρώ φίλους μου, να ζω με τα φαντάσματά τους. Πριν διαβάσω οποιοδήποτε θεατρικό έργο, είχα διαβάσει ποιήματα του Γκάτσου. Το ίδιο και με τον Σεφέρη. Κατάλαβα ότι μου αρέσει να διαβάζω όταν διάβασα ποιήματά του κι ενώ δεν είχα δει ακόμη ούτε μία θεατρική παράσταση. Αν και ταραζόμουν αφάνταστα διαβάζοντάς τους, ήθελα να τους διαβάζω δυνατά και να ακούω τη φωνή μου. Οπως θα ανέφερα τον Σαββόπουλο, ακόμα κι αν ζούσε.

Οι στίχοι του μαζί με τη μουσική του φτιάχνουν αυτά τα τόσο γρήγορα συνταρακτικά ταξίδια. Αλλά για να γυρίσουμε στην αρχή της κουβέντας μας, αυτό εννοώ ως μεγάλη και μικρή στιγμή της ιστορίας μας. Δεν μπορεί να μην αναγνωρίζουμε ότι η περίοδος που διανύουμε είναι κοινωνικά και ιστορικά μια στενή περίοδος. Εχει σχέση με την ευημερία, με την ψευδή ευημερία, μ’ αυτόν τον οδοστρωτήρα που πέρασε από το ’80 και μετά και τα σάρωσε όλα. Οι άνθρωποι μπορούν να ζουν μια καλύτερη ζωή, αλλά για την τέχνη υπάρχει πάντα ένα κόστος. Δεν είναι νοσταλγία αυτό που εκφράζω, θέλω κυρίως να πω ότι ζούμε σε μια στιγμή που συντηρούμαστε με ξαναζεσταμένα φαγητά, ανακινούμε διαρκώς τα ίδια πράγματα».

Επόμενο είναι, άνθρωποι είμαστε όλοι, ακόμη κι αν έχεις να κάνεις με τον πιο αντισυμβατικό ή ανατρεπτικό καλλιτέχνη, να σ’ ενδιαφέρει τι θα μπορούσε να εύχεται ή να ελπίζει για τον εαυτό του. «Η μεγαλύτερη χαρά θα είναι να ενδιαφέρονται για μένα οι νέοι άνθρωποι του σήμερα ενώ θα είναι στη δημιουργική τους ακμή ύστερα από είκοσι χρόνια. Να μπορώ να είμαι κομμάτι της δουλειάς τους. Συνοψίζοντας, θα έλεγα πως δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου να πω σε οποιονδήποτε τι έχω μάθει ή τι νομίζω και τι πιστεύω. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι να μάθω ο ίδιος όσο μπορώ περισσότερα».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.