Η επανέκδοση της αλληλογραφίας Σεφέρη – Λορεντζάτου μετά την πρώτη έκδοσή της το 1990 δεν προστίθεται απλά σ’ ένα corpus αλληλογραφιών πνευματικών ανδρών που φωτίζουν πτυχές της ζωής τους, αλλά φέρνει στο φως και μια ιδιαίτερη σχέση, ενίοτε πολύ στενή, συχνά οικεία και τρυφερή και ενίοτε αυστηρή και επικριτική. Η αλληλογραφία αντικατοπτρίζει τη σχέση μεταξύ δύο πυλώνων της ιδεολογικής συγκρότησης μεταπολεμικά της νεοελληνικής γραμματείας, του Γιώργου Σεφέρη και του Ζήσιμου Λορεντζάτου, μια σχέση που έχει και την εκ του σύνεγγυς επαφή αλλά εκτυλίσσεται κυρίως μέσα από την αλληλογραφία τους.
Αν και ειδολογικά οι δύο άνδρες ανήκουν στο ίδιο πεδίο, εκείνο της αναζήτησης της ελληνικότητας και του ελληνοκεντρισμού, οι πορείες τους διαθλώνται, αφού ο Σεφέρης συνδέει την πνευματική του παραγωγή με ξένες επιρροές, ενώ ο Λορεντζάτος εκφράζει μια πιο κλειστή, ιδιότυπη, ένθεη, χωρίς να γίνεται απαραίτητα έντονα θρησκευτική, γραμμή, αλλά σίγουρα βρίσκεται πολιτισμικά και πνευματικά κοντά στην Ορθοδοξία και στην ιστορική της παράδοση.
Το 1961, για τα 30 χρόνια από την έκδοση της «Στροφής», της συλλογής που καθιέρωσε τον Γιώργο Σεφέρη στα ελληνικά Γράμματα, εκδίδεται ένας τόμος με κείμενα προς τιμήν του που αποκτά σχεδόν μυθολογική διάσταση, αφού συγκεντρώνει μερικές από τις πρωτοποριακές αλλά και εμβληματικές γραφές της εποχής, όπως του Μ. Αναγνωστάκη ή του Κ. Θ. Δημαρά και του Στρατή Τσίρκα, αντίρροπων ιδεολογικά ή πολιτισμικά φίλων του που βρίσκονταν σε μια πρωτοπορία άγνωστοι σήμερα, όπως ο Δ. Ι. Αντωνίου, ανθρώπων που βοήθησαν στη διάδοση του έργου του, όπως οι Κατσίμπαλης και Σαββίδης, αλλά και φωνών που αν και φαίνεται να είχαν μια κοινή μήτρα μαζί του αποστασιοποιήθηκαν στην πορεία, όπως οι Λορεντζάτος και Παπατζώνης(sic) – εσφαλμένη γραφή του Παπατσώνη.
Σε αυτόν τον άκρως τιμητικό τόμο για τον Σεφέρη με τις τόσο σημαντικές και συχνά σε απόσταση υπογραφές δεν ήταν όλα ειδυλλιακά, καθώς εγκαινίασε μια από τις σημαντικότερες ιδεολογικές όχι ακριβώς κόντρες αλλά διαφορετικές θεάσεις για τη συγκρότηση του σύγχρονου Ελληνισμού. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος με ένα από τα πιο εμβληματικά μεταπολεμικά κείμενα, το «Χαμένο Κέντρο», προσάπτει ουσιαστικά στον Σεφέρη ότι έχασε την επαφή του με τις ρίζες της χριστιανικής παράδοσης και ότι βλέπει παραμορφωμένα την ελληνική ιστορία μέσα από την εικόνα της Αναγέννησης αποστρέφοντας τη ματιά από την πραγματική ιστορική παράδοση του Ελληνισμού, τη χριστιανική, που εγκιβώτισε σύμφωνα με τον Λορεντζάτο και την αρχαία ιστορία. Ο Σεφέρης πικραμένος θα συντάξει μια επιστολή ως απάντηση, την οποία δεν θα επιδώσει στον Λορεντζάτο αλλά διασώζεται στον τόμο Η΄ στις «Μέρες» και ένα απόσπασμά της είναι πολύ χαρακτηριστικό της επιστολογραφικής τους σχέσης:
Ξέρεις τι θα πει για μένα, που σε παρακολουθώ με λαχτάρα τόσα χρόνια, να πιάσω στα χέρια ένα κείμενό σου από 60τόσες σελίδες – πόση συγκίνηση, πόση χαρά και πόση ανακούφιση· θα πήγαινα σε μεγαλύτερες λεπτομέρειες· αυτή η docta adulteratio, που λες. Ας είναι.
Πώς είναι δυνατόν αυτοί οι δύο άνδρες, έχοντας μάλιστα και μια διαφορά 15 ετών – ο Σεφέρης είναι γεννημένος το 1900 και ο Λορεντζάτος το 1915 –, να διατηρούν μια αλληλογραφία για 20 χρόνια σε στενό επίπεδο, στην οποία όμως δεν λείπουν και οι διανοητικοί αντιξιφισμοί αλλά και πολλές προσωπικές και τρυφερές στιγμές, όπως και πικρίες.
Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ο επιμελητής της αλληλογραφίας – με τη συνδρομή του Κ. Πιτσάκη και του Δ. Δασκαλόπουλου –, είναι ο καταλληλότερος να δώσει το πλαίσιο αυτής της επιστολογραφικής επαφής Σεφέρη – Λορεντζάτου:
Τὰ γράμματα ποὺ περιέχονται στὸν τόμο τοῦτο ἀνταλλάχτηκαν ἀπὸ τὶς τέσσερις μεγάλες στεριές, τὴν Εὐρώπη, τὴν Ἀσία, τὴν Ἀφρική, τὴν Ἀμερική. Οἱ ἀλληλογράφοι, κοσμογυρισμένοι γιοὶ καθηγητῶν Πανεπιστημίου καὶ Γαργαντοῦες τῆς ξένης λογοτεχνίας, θὰ μποροῦσαν νὰ παρασταίνουν τὸν Εὐρωπαῖο πειστικότερα ἀπὸ ἄλλους, ὁ ἀναγνώστης ὅμως θὰ παρατηρήσει πὼς ὁ «Φιλόπατρις» τοῦ Κάλβου μνημονεύεται τρεῖς φορὲς στὴν ἀλληλογραφία τους.
Περιττεύει νὰ σημειώσω ὅτι τὰ ταξίδια δὲν τοὺς ξιπάζουν τὸ παραμικρό. Ὅταν μιλοῦν γιὰ τοὺς ξένους τόπους, ἔγνοια τους πάντα –ὄχι ρομαντική– μένει ὁ δικός τους. Ἐδῶ καὶ ὄχι στὴ συστηματικὴ Λόντρα ἢ στὰ ἔνδοξα Παρίσια εἶναι ὁ ἀφαλὸς τῆς γῆς.
Ἐδῶ – ἀλλὰ τὰ σύκα σύκα καὶ ἡ σκάφη σκάφη. Ἂν ὁ Μακρυγιάννης, διατρέχοντας τὸν κίνδυνο νὰ θεωρηθεῖ ἀπὸ τοὺς συγκαιρινοὺς καὶ τοὺς κατοπινοὺς ἰδιοτελὴς καὶ γκρινιάρης, δὲν παύει νὰ βαρυγκομάει βλέποντας τί ἀγέρηδες φυσᾶνε στὸ παλαμιαῖο βασίλειο, ὁ Σεφέρης καὶ ὁ Λορεντζάτος μὲ κίνδυνο νὰ κατηγορηθοῦν γιὰ ὑπεροψία καὶ ἀνεπιείκεια, δὲν εἶναι λιγότερο πικροὶ γιὰ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα, ὅπου συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ «λογοτεχνικά».
Κρίνω ἀναγκαῖο νὰ προσθέσω ὅσα λέει αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος μάρτυρας, ἡ κ. Μαρὼ Σεφέρη: «Μὲ τὸν Λορεντζάτο ἐπίσης βλεπόταν τακτικὰ καὶ συζητοῦσαν, ἂν καὶ ὁ Λορεντζάτος ἐκ φύσεως δὲν μιλάει πολύ. Ἀλλὰ στοὺς περιπάτους τους, στὶς συναντήσεις τους αἰσθανόταν πολὺ εὐχάριστα μαζί του».
Και συνεχίζει ο Τριανταφυλλόπουλος:
Η αλληλογραφία λοιπόν του πρεσβύτερου ποιητή με τον αρκετά νεώτερό του δοκιμιογράφο (ο Λορεντζάτος γεννήθηκε το 1915) τελειώνει με το σολωμικό perpendicolarmente και η σύμπτωση μου φαίνεται δίκαιη αφού η μεγαλύτερη έγνοια και των δύο αλληλογράφων ήταν επί ζωής Το εκφράζεσθαι, που αποτελεί και τον υπότιτλο του Δοκιμίου I (Σολωμός) το οποίο τους έκανε φίλους.
Η σχέση πάντως μεταξύ των δύο ανδρών μέσα από το τεκμήριο της αλληλογραφίας τους περνάει πολλές διακυμάνσεις. Αρκεί κάποιος να μελετήσει τις προσφωνήσεις από το Αγαπητέ και Αγαπητέ Φίλε, στο Ζή, καλέ μου Ζή (Γενάρης του ’50 στην Αγκυρα) και στο Αγαπητέ μου Σε. Ο Ζη και ο Σε – θα μπορούσε κάποιος να τους περάσει για μυθιστορηματικούς ήρωες αν δεν ήξερε ότι πρόκειται για δύο από τις πλέον μείζονες περιπτώσεις των ελληνικών γραμμάτων. Η αλληλογραφία τους, διατηρώντας πάντα ένα θεσμικό πλαίσιο σοβαρότητας, διακρίνεται σε πολλούς άξονες, όπως τα βιβλία που στέλνει ο Λορεντζάτος συχνά στον Σεφέρη κατόπιν αιτήματός του και τον πάντα αναλυτικό λογαριασμό που του κάνει ο Λορεντζάτος, τις πιο τυπικές τους συχνά επαφές και την κριτική που συχνά ασκεί ο Λορεντζάτος στον Σεφέρη, αλλά και την ανάγκη του Σεφέρη να μοιραστεί μαζί του δύσκολες στιγμές, όπως την απώλεια του αδερφού του:
29 Γεν. ’50 – Άγκυρα
Ζή, καλέ μου Ζή,
Από χθες το μεσημέρι χτυπάω πάνω στα χιόνια της Άγκυρας, όπως η νυχτερίδα τα χαλάσματα. Έχασα τον αδελφό μου, τον άνθρωπο που αγαπούσα περισσότερο στον κόσμο.
Τα συλλυπητήρια του Λορεντζάτου αργότερα προς τον Σεφέρη για την απώλεια του πατέρα του συνοδεύονται αντίστοιχα με μικρές πάντα προσωπικές αιχμές που έρχονται κυρίως από τον Λορεντζάτο και φέρνουν τον Σεφέρη σε αμυντική θέση:
Παρίσι, 9 Αυγούστου ’51
Αγαπητέ μου Σε,
Σε συλλυπούμαι για το θάνατο του πατέρα σου που έμαθα από τις εφημερίδες (…)
Για να απαντήσει ο Σεφέρης μ’ έναν σχεδόν πικρό αλλά ποιητικό τρόπο:
(Λονδίνο), 20.8.51,
Αγαπητέ μου Ζή,
Ευχαριστώ για το γράμμα σου για τον πατέρα. Στην ξενιτιά τέτοια τραύματα πονούν αλλιώτικα κι είναι βοήθεια η συμπάθεια των φίλων.
Γεια
Γιώργος
Το 1956 φαίνεται η σχέση τους να είναι σε μια πιο τυπική φάση, αφού αλλάζουν και οι προσφωνήσεις και ο Λορεντζάτος ασκεί κριτική στον Σεφέρη για το έργο του:
(Κηφισιά), 18 Απριλίου 1956,
Αγαπητέ μου Γιώργο,
Πριν λίγες μέρες ο Σαββίδης μου έφερε το… Κύπρον ού μ’ εθέσπισεν… που είχες την καλοσύνη να αφήσεις για μένα. Φυλλομετράω το βιβλίο και, μα την αλήθεια, δεν ξέρω τι να σου πω βλέποντάς σε να κρατάς στα χέρια ένα τέτοιο όργανο – την ελληνική λαλιά –, όργανο που ο σύγχρονος τρόπος ζωης θα εξαφανίσει σε λίγο εντελώς και τώρα που γράφω το κατέχουν ακόμα ίσως τρεις άνθρωποι – βλέποντάς σε, λέω, να κρατάς στα χέρια σου ένα όργανο από τη φύση του ιερό, και χρησιμοποιώντας το… στο κενό!
Ο Σεφέρης φανερά ενοχλημένος θα του απαντήσει πολύ γρήγορα από τον Λίβανο:
Légation Royale de Grèce
(Βυρητός), 26 Απρ. ’56
Αγαπητέ μου Ζήσιμε,
Έλαβα το γράμμα σου της 18 καθώς δούλευα μια μετάφραση της Αποκάλυψης. Σημαδιακή αλληλουχία. (…)
Μου γράφεις ότι έχω στα χέρια μου ένα όργανο ιερό – την ελληνική λαλιά και τη χρησιμοποιώ στο κενό. Αν τα ιερά όργανα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να σκουπίζουμε άδεια κανάτια, χωρίς να γίνουν στάχτη στα χέρια μας, τι σόι ιερά όργανα είναι; (…)
Θα μπορούσε κάποιος σε όλη τη διάρκεια αυτής της 20ετούς ανταλλαγής επιστολών να εντοπίσει διακυμάνσεις, αλλαγές στάσης, προσωπικά συναισθήματα να ξεδιπλώνονται, κριτικές, κακίες, πικρίες, αμυντικές και επιθετικές στάσεις. Μια αλληλογραφία που η υποδειγματική χρήση της γλώσσας κάνει ακόμα πιο δύσκολη την κατάταξή της. Ισως το καλύτερο πλαίσιο αυτής της αλληλογραφίας το δίνει στην εισαγωγή μιας επιστολής του ο ίδιος ο Λορεντζάτος:
Παρίσι, 17 Νοεμβρίου ’50
Αγαπητέ μου Σέ,
Αν παρομοιάσω την αλληλογραφία μας τα τελευταία χρόνια με μια παρτίδα σκάκι τότε σίγουρα θα συλλογίστηκα πριν κάνω τη σημερινή κίνηση (…)
Γιώργος Σεφέρης, Ζήσιμος Λορεντζάτος
Γράμματα
(1948-1968)
Επιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος,
Εκδ. Δόμος, 2025,
σελ. 224
Τιμή 17 ευρώ






