Στη συζήτηση γύρω από τα όσα έγιναν την περασμένη εβδομάδα στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας-Πειραιά, το πιο σημαντικό δεν ήταν τόσο ο τρόπος που ο αρμόδιος υπουργός κατόρθωσε να παρατείνει τη διατήρηση του θέματος στην επικαιρότητας, πότε επαναφέροντας στο προσκήνιο τη βία με την οποία, κατά δήλωσή του πάντα, βρέθηκε αντιμέτωπος, πότε υπογραμμίζοντας τη μεγαλοψυχία του να μην επιδιώξει τον ποινικό κολασμό των υποτιθέμενων υπαιτίων, πότε τη δέσμευσή του ότι την επόμενη φορά δεν θα είναι τόσο «επιεικής». Ούτε, θα πρέπει να σταθούμε το πώς έχοντας μπει σε μια μακρά προεκλογική περίοδο όλα θα σταθμίζονται και σε ένα πολιτικό χρηματιστήριο δημοσιότητας.
Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ο τρόπος που επανήλθε στο προσκήνιο μια δυσανεξία απέναντι στη διαμαρτυρία. Αυτή δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως η εύλογη αντίδραση κάποιου απέναντι στη μη αναγνώριση του έργου που υποτίθεται ότι παράγει ή στην «κακή δημοσιότητα» (άλλωστε το παλιό ρητό υπογραμμίζει ότι αυτή δεν υπάρχει), αλλά ως μια βαθύτερα ριζωμένη πεποίθηση ότι όλες αυτές οι διαμαρτυρίες είναι εξ ορισμού άνευ αντικειμένου, ότι δεν εκπροσωπούν πραγματικά αιτήματα και διεκδικήσεις, ότι είναι έργο πολιτικά υποκινούμενων συνδικαλιστών, ότι είναι δημιούργημα του ενός εκ των δύο άκρων που υποτίθεται ότι σήμερα απειλούν τη σταθερότητα και τη νομιμότητα.
Αλλωστε, η προσπάθεια υπονόμευσης της δυνατότητας των κοινωνικών διαμαρτυριών να «διαταράσσουν» πλευρές της καθημερινότητας, από την απεργιακή διακοπή οικονομικών και κρατικών διαδικασιών και υπηρεσιών, έως την «κατάληψη του οδοστρώματος» από μια διαδήλωση ή ευρύτερα την κατάληψη του δημοσίου χώρου, αποτελεί πάγια πολιτική κατεύθυνση του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού». Αρκεί να αναλογιστούμε τα μέτρα περιορισμού των διαδηλώσεων, τις δυσκολίες στην άσκηση του απεργιακού δικαιώματος που έχουν θεσμοθετηθεί τα τελευταία χρόνια, την ποινικοποίηση ουσιαστικά των φοιτητικών καταλήψεων, αλλά κα τη διαρκή ενίσχυση των αρμοδίων κατασταλτικών μηχανισμών. Είναι ως η διαμαρτυρία να θεωρείται νόμιμη όταν δεν μπορεί να έχει κανένα υλικό αποτέλεσμα, όταν είναι μια απλή έκφραση γνώμης απέναντι σε μια εξουσία που θεωρεί ότι έχει λάβει κοινοβουλευτικό πληρεξούσιο.
Ωστόσο, είναι σαφές ότι η κοινωνική διαμαρτυρία, από την απεργία έως τη διαδήλωση και την κατάληψη είναι αναπόσπαστη πλευρά της δημοκρατίας. Δεν είναι μια «παραχώρηση», ούτε αφορά πρωτίστως την ελευθερία έκφρασης. Η δημοκρατία δεν μπορεί να περιοριστεί στην εκλογική διαδικασία και την εντολή σε μια κυβέρνηση να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Η δημοκρατία περιλαμβάνει και τον διαρκή διάλογο και τη συνεχή διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτούς που ασκούν τη διακυβέρνηση και την κοινωνία, διεργασίες που περιλαμβάνουν και τη δυνατότητα των κοινωνικών κινημάτων να ασκούν πραγματική πίεση, διαταράσσοντας πλευρές της «ομαλής» λειτουργίας θεσμών και διεργασιών. Σε τελική ανάλυση, η παγκόσμια ιστορία των μεγάλων δημοκρατικών και κοινωνικών κατακτήσεων, από την κατοχύρωση του καθολικού εκλογικού δικαιώματος έως τη δημιουργία του κοινωνικού κράτους, είναι εξίσου και μια ιστορία μεγάλων μαζικών κινητοποιήσεων, μια ιστορία συγκρούσεων, ταραχών και επεισοδίων.






