Στις Κάτω Χώρες μιλάνε ολλανδικά. Ξεκινώντας από τις ακτές του Ατλαντικού και προχωρώντας ανατολικά, η γλώσσα αλλάζει λίγο-λίγο και φτάνοντας στα σύνορα με τη Γερμανία οι τοπικές διάλεκτοι μοιάζουν όλο και πιο πολύ με τα γερμανικά. Αυτό συνεχίζεται και μετά τα σύνορα, μέχρι που κάποια στιγμή εξελίσσονται στην τυπική εκδοχή της γερμανικής. Από τη μια πόλη στην επόμενη, η δυνατότητα επικοινωνίας πουθενά δεν διακόπτεται, ούτε στη συνοριογραμμή. Οι άνθρωποι μιλούν μεταξύ τους χωρίς δυσκολία. Αλλά όσοι ζουν στο Αμστερνταμ δεν μπορούν να συνεννοηθούν με εκείνους που ζουν στο Βερολίνο. Στα άκρα είναι δύο διαφορετικές γλώσσες, χωρίς ενδιάμεσα να υπάρχει ένα σημείο τομής. Λέγεται «γλωσσικό συνεχές». Κάτι πολύ παρόμοιο συμβαίνει σήμερα στον κεντρώο χώρο στην Ελλάδα. Και από τις δύο πλευρές αυτού του διαπερατού συνόρου βρίσκονται οι δύο παραδοσιακοί αντίπαλοι του μεταπολιτευτικού δικομματισμού, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Η ΝΔ στεγάζει ακραίους δεξιούς, το ΠΑΣΟΚ έχει ισχυρές καταβολές στην Αριστερά. Αλλά η εποχή που τα δύο κόμματα χώριζε «άβυσσος» ανήκει σε ένα μακρινό παρελθόν. Αλλωστε, οποιαδήποτε κυβέρνηση των δύο με βάση τις σημερινές τους εκλογικές δυνάμεις είναι αμφίβολο εάν θα περιλάμβανε περισσότερα και πιο προβεβλημένα στελέχη προερχόμενα από το ιστορικό ΠΑΣΟΚ από ό,τι η σημερινή. Το ορόσημο της ώσμωσης υπήρξε βέβαια η χρεοκοπία και αργότερα η συνδιαχείρισή της.
Πιο σημαντικό από τον καταμερισμό της ψήφου είναι το άθροισμά της. Ο κ. Μητσοτάκης αυτό το έχει καταλάβει πολύ καλύτερα από τους αντιπάλους του. Στην τελευταία συνέντευξή του (Σκάι, 2/2/2026) το μόνο κόμμα στο οποίο αναφέρθηκε ονομαστικά για να του επιτεθεί ήταν το ΠΑΣΟΚ. Μίλησε για πολίτες που «στηρίζουν το ΠΑΣΟΚ αλλά συμφωνούν με τις πολιτικές της κυβέρνησης» και «αιφνιδιάζονται όταν το βλέπουν να γίνεται ουρά της κυρίας Κωνσταντοπούλου». Τα χαρτιά του είναι ανοιχτά: «σταθερότητα ή περιπέτεια» και επιδίωξη απόσπασης του μέγιστου μέρους από το κρίσιμο εκείνο τμήμα των εκλογέων που αμφιταλαντεύεται στον ενδιάμεσο χώρο.
Λέγεται ότι, χωρίς να έχουμε επιστρέψει στις αντικειμενικές συνθήκες της πρώτης μνημονιακής περιόδου, διαμορφώνεται ξανά στην κοινωνία μια διαχωριστική γραμμή – πρώτα τη θέση του δίπολου Αριστερά/Δεξιά πήρε το μνημόνιο/αντιμνημόνιο (με όσα έφερε αυτή η αντίληψη της πραγματικότητας, συμπεριλαμβανομένου του κ. Καμμένου) και τώρα ο συστημισμός/αντισυστημισμός. Και να ήθελε η ΝΔ δεν θα μπορούσε να κατασκευάσει ένα σχήμα που να εξυπηρετεί τόσο τον εκλογικό της σχεδιασμό – πρακτικά τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως εκπρόσωπος του συστημικού σκέλους, όσο κι αν είναι, αφήνοντας στους υπόλοιπους την κατακερματισμένη αμφισβήτησή του. Το ερώτημα αφορά το ΠΑΣΟΚ. Σε τι ακριβώς το εξυπηρετεί η αμφιταλάντευση για το ιδεολογικό στίγμα των πιθανών εταίρων του. Πόσο πειστικό μπορεί να είναι ως δυνητικός εταίρος σε σχήματα αμφισβήτησης ένα κόμμα που πάνω από δέκα χρόνια μακριά από την εξουσία έχει ένα στέλεχος σε κάθε υπόθεση καταχρηστικής άσκησης της εξουσίας; Η δύναμη του ΠΑΣΟΚ είναι η θέση του στο κέντρο του πολιτικού φάσματος, το στελεχιακό του δυναμικό (ακόμη σήμερα και με όλες τις σχετικές παρενέργειες) και η δυνατότητά του να λειτουργήσει σταθεροποιητικά για οποιοδήποτε σχήμα διακυβέρνησης της χώρας.
Για το ΠΑΣΟΚ είναι ζήτημα αυτοσυντήρησης να σταματήσει να ψαρεύει στα θολά νερά του αντισυστημισμού. Οχι επειδή δεν είναι θεμιτό να είναι κανείς αντισυστημικός. Αλλά επειδή για τη δική του κάλπη, εκεί δεν έχει ψάρια.






